Το ανθρώπινο σώμα μεταξύ βιολογικού και κοινωνικού φύλου

Μπερνάρ Νομινέ
Δεκέμβριος 2014, Αθήνα

Στις μέρες, μας οι σπουδές φύλου είναι στη μόδα. Πρόκειται για μία μόδα που μας έρχεται από τις ΗΠΑ και ιδιαίτερα από το χώρο των φεμινιστριών. Πρόσφατα με προσκάλεσαν σε ένα γαλλικό πανεπιστήμιο για να συμμετάσχω σε ένα συνέδριο με θέμα τις σπουδές φύλου. Το ερώτημα ήταν: πρόκειται πράγματι για κάτι ενδιαφέρον ή απλώς για ένα ζήτημα μόδας;

Στη πλειονότητά τους οι ομιλητές ήταν γυναίκες. Δεν ήμασταν παρά μόνο δύο άνδρες. Εκεί έμαθα ότι για τις σπουδές φύλου ενδιαφέρονται κυρίως οι γυναίκες. Δεν είναι κάτι που εκπλήσσει διότι αυτές οι σπουδές προωθήθηκαν από το χώρο των φεμινιστριών της βορείου Αμερικής. Η Judith Butler ήταν η πρώτη που δημοσίευσε ένα βιβλίο με τον τίτλο « Gender trouble ». Σε αυτό το έργο συζητά το υποτιθέμενο πεπρωμένο που επιφυλάσσει το ανατομικό φύλο σε άντρες και  γυναίκες, καταγγέλλει και προσπαθεί να αναχαιτίσει την πολιτισμική επιρροή που ασκεί το κοινωνικό φύλο στην εκπαίδευση.

Ήμουν λοιπόν προσκεκλημένος σε αυτό το συνέδριο για να καταθέσω την άποψη της ψυχανάλυσης πάνω στο ζήτημα. Άρχισα λέγοντας ότι η ψυχανάλυση δεν έχει μία καθολική άποψη πάνω στο ζήτημα. Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στον Φρόυντ και στον Λακάν απόψεις πολύ αντιφατικές μεταξύ τους. Στις σημερινές συζητήσεις πάνω στο ζήτημα του κοινωνικού φύλου το οποίο ανησυχεί κάποιους χώρους στην Γαλλία, οι προσκεκλημένοι ψυχαναλυτές μπορούν, στηριζόμενοι στον Φρόυντ και στον Λακάν, να προβάλουν θέσεις εντελώς αντιφατικές μεταξύ τους. Τα πάντα εξαρτώνται από την ιδεολογία του καθένα. Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα σοβαρό σε αυτού του είδους τις αναφορές.

Ωστόσο, αυτό που μου φαίνεται αρκετά προφανές, είναι ότι η έννοια του κοινωνικού φύλου προέρχεται μάλλον από την ψυχαναλυτική θεωρία. Η θέση που προτείνει ο Φρόυντ είναι ότι τα ομιλούντα όντα μπορούν να πάρουν αποστάσεις από την πραγματικότητα του φύλου τους, διότι στο ασυνείδητο, το φύλο εγγράφεται κυρίως μέσω σημαινόντων που ανήκουν σε αυτό που αποκαλούμε συμβολική διάσταση. Στο συμβολικό τα σημαίνοντα παρατάσσονται φυσικά ως αντιθετικά ζεύγη, διότι κάθε σημαίνον ορίζεται σε σχέση με το αντίθετό του.

Η μέρα δεν ορίζεται παρά από την αντίθεσή της με τη νύχτα, το ανοιχτό δεν ορίζεται παρά από το αντίθετό του: το κλειστό, η ευτυχία από το αντίθετό της την δυστυχία κτλ.

Πριν ακόμη σκεφτείτε, δηλαδή πριν ακόμη χρησιμοποιήσετε τις λέξεις για να πείτε κάτι, τα σημαίνοντα αρθρώνονται μεταξύ τους μέσα από αυτή την αρχαϊκή αντίθεση. Αυτό το αρχαϊκό επίπεδο είναι εξάλλου  ένα εμπόδιο για τη σκέψη, οι ιδεοψυχαναγκαστικοί κάτι ξέρουν… Για το λόγο αυτό, όπως παρατηρούσε ο Φρόυντ ένας υγιής βίος προϋποθέτει ότι δεν δίνουμε σημασία σε αυτή την αυτόματη άρθρωση ενός σημαίνοντος με το αντίθετό του. Αντίθετα το ασυνείδητο επωφελείται από το γεγονός ότι η συνείδηση δεν έχει τα ηνία ώστε να παίξει με αυτή την αυτόματη άρθρωση. Η υπόθεση του Φρόυντ είναι ότι το ασυνείδητο αποστέλλει κωδικοποιημένα μηνύματα, δηλαδή αυτά τα αλαμπουρνέζικα, τα ασυνάρτητα σημαίνοντα, έχουν ένα νόημα. Το κλειδί δε που χρησιμοποιεί ο Φρόυντ για να αποκωδικοποιήσει το ασυνείδητο είναι η σεξουαλικότητα. Για τον Φρόυντ το νόημα είναι σεξουαλικό.

Πρέπει να πούμε ότι στο συμβολικό οπλοστάσιο των αντιθετικών ζευγών υπάρχει ένα με ιδιαίτερο καθεστώς, διότι γεννά νόημα, το ζεύγος άνδρας/γυναίκα το οποίο εμφανίζεται με   διάφορες παραλλαγές: αρσενικό/θηλυκό,  ενεργητικό/παθητικό… Μερικοί έφτασαν μέχρι το σημείο να υποθέσουν ότι στην προέλευση της δομής του σημαίνοντος, που παρουσιάζεται ως αντιθετικό ζεύγος θα μπορούσε να βρίσκεται η πραγματικότητα της διαφοράς των φύλων. Είναι μία εικασία, κανείς δεν θα μπορούσε να πει αν είναι αληθής ή ψευδής. Δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει, αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι ο δεσμός που υπάρχει μεταξύ  του φύλου και της δομής του σημαίνοντος.

Αυτό που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι αυτό που δίνει νόημα στα σημαίνοντα είναι το γεγονός ότι εγγράφονται σε ένα λόγο, και εγγράφονται σε ένα λόγο υπό την προϋπόθεση ότι αντιπροσωπεύουν τη σχέση μεταξύ ενός υποκειμένου και του αντικειμένου της επιθυμίας του για παράδειγμα. Κλασσικά για παράδειγμα, ένας άντρας καθιστά μία γυναίκα αντικείμενο- αίτιο της επιθυμίας του. Αυτό προσανατολίζει το ζεύγος άνδρας/γυναίκα και είναι αυτό που διασφαλίζει την πατρική λειτουργία στην παραδοσιακή οικογένεια. «Ένας πατέρας δεν έχει δικαίωμα στο σεβασμό αν όχι στην αγάπη παρά μόνα εάν καθιστά μία γυναίκα αντικείμενο- αίτιο της επιθυμίας του.» Η επιθυμία του πατέρα λοιπόν και η συνακόλουθη λειτουργία που επωμίζεται η μητέρα δίνουν νόημα στο πρώτο σημαίνον ζεύγος που θα συλλάβει το παιδί προκειμένου να δομήσει τον κόσμο του. Αυτό μπορεί να σας οδηγήσει στην ιδέα ότι η ψυχανάλυση υποστηρίζει την παραδοσιακή οικογένεια και κατά κύριο λόγο την λειτουργία του pater familias. Αυτό θα ήταν μία παρανόηση. Ό Λακάν, προβάλλοντας την επιθυμία του πατέρα, είναι ένας εικονοκλάστης σε σχέση με την πατρική εικόνα για την οποία, κλασσικά, αποφεύγουμε να θέτουμε το ερώτημα της επιθυμίας. Αυτό που υπογραμμίζει ο Λακάν είναι ότι αυτό που συνιστά τον νόμο, αυτό που βάζει σε τάξη τα σημαίνοντα της οικογένειας, άρα αυτό που δημιουργεί νόημα, είναι η επιθυμία.

Λέγοντας ότι αυτό που συνιστά τον πατέρα είναι η επιθυμία του, είναι σαν να λες ότι ο πατέρας είναι κάτι διαφορετικό από το δικαστής ή τον χωροφύλακα όπως, βεβαίως, κι από τον γεννήτορα. Σε αυτή την ψυχαναλυτική οπτική, η πατρική λειτουργία είναι μία σημαίνουσα λειτουργία που εγγράφεται  σε ένα λόγο ως συνέπεια της επιθυμία του ενός.

Άκουσα πρόσφατα ένα εντυπωσιακό παράδειγμα.

Πρόκειται για μία γυναίκα της οποίας ο πατέρας πέθανε πριν τη γέννησή της. Μαζί με τη μητέρα της εγκαταστάθηκαν στο σπίτι μίας θείας τους. Αυτή η θεία ήταν πολύ αγαπητή από την ασθενή. Μία μέρα, στο σχολείο, ζητούν από τα παιδιά να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο για την οικογένειά τους. Επάγγελμα του πατέρα, της μητέρας … και όταν η δασκάλα βλέπει ότι η μικρή δεν είχε συμπληρώσει το επάγγελμα του πατέρα, τη ρωτά: τι κάνει ο πατέρας σου; Και τότε η μικρή βιάζεται να απαντήσει : «η θεία δουλεύει». Αυτά τα παιδικά λόγια έμειναν στα χρονικά της οικογένειας σε σημείο που από εκείνη τη μέρα αποκαλούσαν τη θεία «η θεία δουλεύει».

Αυτό το παράδειγμα δείχνει αρκετά καλά ποια είναι η λειτουργία του ονόματος του πατρός και ποιος μπορεί να την εκπληρώσει. Εδώ είναι η θεία της μητέρας  που χρησίμευσε ως όνομα του πατέρα. Η πατρική λειτουργία είναι μία σημαίνουσα λειτουργία που εγγράφεται σε ένα λόγο ως συνέπεια της επιθυμία του ενός.

Και ο άλλος (άλλη); θα μου πείτε; Η επιθυμία μίας γυναίκας δεν εγγράφεται σε αυτό το λόγο που θεμελιώνει η πατρική λειτουργία. Εγγράφεται αναγκαστικά στο περιθώριο αυτού του λόγου. Τι θέλει μία γυναίκα; Πρόκειται για το κεντρικό ερώτημα που τίθεται από την ψυχανάλυση, έλεγε ο Φρόυντ. Είναι βέβαιο ότι μία γυναίκα δεν βρίσκει αναγκαστικά να τοποθετήσει την επιθυμία της εκεί όπου αντιπροσωπεύει για τον σύντροφό της το αντικείμενο της επιθυμίας του. Είναι καλύτερα για αυτή να μην είναι ολοκληρωτικά δοσμένη σε αυτή την επιθυμία.

Εν συντομία, αυτό που προσπαθώ να σας δείξω είναι ότι η σεξουαλική σχέση μεταξύ ενός άνδρα και μίας γυναίκας προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από ένα λόγο που είναι ουσιαστικά ασυνείδητος, αλλά και ότι o λόγος αυτός είναι στρεβλός και κυρίως ασύμμετρος. Αυτό είναι που οδήγησε τον Λακάν στη διάσημη ρήση του «δεν υπάρχει διάφυλη σχέση» δηλαδή δεν υπάρχει τρόπος να γράψουμε δια της λογικής αυτό που συμβαίνει  στη συνάντηση ενός άνδρα και μίας γυναίκας. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα συνάντησης. Αυτό σημαίνει  ότι αυτή η συνάντηση είναι μη αποφασίσιμη (indecidable), είναι ενδεχόμενη. Μιλώ για τη σχέση  μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας αλλά αυτό βεβαίως δεν αποκλείει μία γυναίκα να κάνει τον άντρα ούτε έναν άντρα να κάνει τη γυναίκα. Είτε αυτή η σχέση είναι ετεροφυλόφιλη είτε ομοφυλόφιλη είναι ασύμμετρη και στρεβλή.

Ο καθένας πρέπει να τα βγάλει πέρα όπως μπορεί με αυτή την σχέση που κουτσαίνει. Αυτό κάνουν τα παιδιά κατασκευάζοντας το οικογενειακό μυθιστόρημά τους. Το οικογενειακό μυθιστόρημα είναι ένας λόγος που κατασκευάζεται με σημαίνοντα που συνευρίσκονται εκεί όπου, ακριβώς, τίποτα δεν διασφαλίζει την ύπαρξη της διάφυλης σχέσης. Ο Φρόυντ μιλούσε για οικογενειακό μυθιστόρημα, ο Λακάν προτιμούσε την έκφραση ατομικός μύθος του νευρωτικού. Είναι φανερό ότι στον ατομικό μύθο στον οποίο συνίσταται μία νεύρωση, είναι τα σημαίνοντα που συνευρίσκονται (ζευγαρώνουν). Μπορούμε λοιπόν να δούμε, όταν τον αναλύσουμε, ότι ο πατέρας δεν είναι πάντα αυτός που φορά τα παντελόνια, και ότι θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αυτός που φορά το καλσόν.

Εν συντομία, στον ατομικό μύθο δεν πρόκειται για σχέση μεταξύ βιολογικών φύλων(sexes) αλλά για σχέση μεταξύ κοινωνικών φύλων (genres). Ωστόσο, αυτή η σχέση μεταξύ κοινωνικών φύλων είναι εξίσου προβληματική διότι δεν υπόκειται στο νόμο της γραμματικής, παρά υπάγεται στην ιδιοτροπία της φαντασίωσης, ή καλύτερα του νόμου της επιθυμίας που δεν ταιριάζει πολύ με τον δυαδισμό, που είναι ο κανόνας στη γραμματική του γένους (genre).

Αν ο Λακάν έλεγε «δεν υπάρχει διάφυλη σχέση», – την εποχή εκείνη οι gender studies δεν ήταν ακόμη στη μόδα, – θα μπορούσαμε σήμερα να πούμε ότι δεν υπάρχει ούτε «διαφυλετική» σχέση (genré – gendered) για να χρησιμοποιήσω έναν νεολογισμό που κυκλοφορεί στις μέρες μας. Η συμβολική διάσταση που λειτουργεί με βάση τον δυαδισμό του σημαίνοντος, δεν αρκεί από μόνη της για να επεξηγήσει ούτε τα παράδοξα της επιθυμίας, κι ακόμα λιγότερο την προβληματική σχέση των απολαύσεων που μπαίνουν στο παιχνίδι σε μία σχέση μεταξύ δύο ομιλούντων όντων.

Διότι υπάρχει και μία άλλη διάσταση που αφορά στη σεξουαλικότητα. Πρόκειται για την διάσταση της εικόνας. Το φαντασιακό είναι ιδιαίτερης βαρύτητας διάσταση για το ανθρώπινο όν, καθότι αρχικά κατακτά μία στοιχειώδη ταυτότητα μέσω της εικόνας. Αλλά, η εικόνα του σώματος έχει μία ιδιαίτερη σχέση με το φύλο. Πρώτα απ’ όλα, τα γεννητικά όργανα είναι μέρη του σώματος που κρύβουμε. Η εικόνα του σώματος είναι λοιπόν ιδανικά, άφυλη. Ο ναρκισσισμός των γονιών που γεννά τον ναρκισσισμό του παιδιού προκρίνει ως εικόνα το «αγγελούδι».

Αργότερα, με την έναρξη της εφηβείας, τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου έρχονται να σημαδέψουν αυτή την εικόνα. Αυτή η αναστάτωση της εικόνας που σηματοδοτεί την είσοδο στην εφηβεία, είναι μία στιγμή που δύσκολα κανείς μπορεί να επωμιστεί και συνοδεύεται από πολλές διαταραχές, όπως επιθέσεις στην εικόνα του σώματος: Τατουάζ,  piercings, χαρακιές (scarifications), ανορεξία… Στο επίπεδο της ένδυσης, οι έφηβοι καταφεύγουν σε «στολές» unisex. Πρόκειται λοιπόν για μια απόπειρα επιστροφής στο αδιαφοροποίητο των φύλων δια μέσου της εικόνας.

Αργότερα, στην ερωτική ζωή του ενήλικα, η εικόνα παίζει ένα ρόλο προφανή. Τα γεννητικά όργανα συνεχίζουν να εγγράφονται αρνητικά στην εικόνα, αλλά εξαιτίας αυτού, κάθε μέρος που κρύβεται στην εικόνα παραπέμπει στο σεξουαλικό και προκαλεί την επιθυμία. Είναι η βάση της φετιχιστικής συμπεριφοράς. Ο φετιχιστής προσκολλάται στο μέρος του ενδύματος που καλύπτει το φαλλό ή την απουσία του. Η σχέση λοιπόν, του φύλου με τη εικόνα είναι περίπλοκη. Η εικόνα μπορεί να χρησιμεύσει για να ξεγελάσει την επιθυμία. Με τον τρόπο αυτό λειτουργεί η γυναικεία μασκαράτα, ο φετιχισμός, η παρενδυσία.

 Η εικόνα είναι έμφυλη, αλλά το κοινωνικό φύλο (genre) που επιδεικνύει αυτός που φέρει το ένδυμα δεν είναι απαραίτητα σε συμφωνία με την πραγματικότητα του φύλου του. Δεν υπάρχει λόγος να σοκαριζόμαστε. Εμείς οι ψυχαναλυτές γνωρίζουμε ότι αυτό που καθοδηγεί την ερωτική επιλογή δεν είναι η πραγματικότητα του είναι του παρτενέρ, αλλά η εικόνα που τον ντύνει. Με αυτή την έννοια, δεν αγαπάμε κάποιον για αυτό που είναι, παρά τον αγαπάμε επειδή τον περνάμε για κάποιον άλλο. Στην ερωτική συνάντηση είναι το ασυνείδητο του ενός που κάνει νεύμα στο ασυνείδητο του άλλου.

Από αυτά που σας εξέθεσα μέχρι τώρα, καταλαβαίνετε ότι το ασυνείδητο χρησιμοποιεί αυτές τις δύο διαστάσεις, του συμβολικού και του φαντασιακού, για να τα βγάλει πέρα με το σεξουαλικό ζήτημα.

Τώρα, πρέπει να γνωρίζετε ότι το ουσιώδες της διδασκαλίας του Λακάν βασίζεται στο γεγονός ότι διέκρινε τρείς διαστάσεις που αρθρώνονται με περίπλοκο τρόπο προκειμένου να κατασκευαστεί μία αναπαράσταση του κόσμου. Αυτή η αναπαράσταση του κόσμου δεν είναι άλλο πράγμα από την αναπαράσταση που ο καθένας μπορεί να έχει για τον εαυτό του, κάτι που ο Φρόυντ αποκαλούσε ψυχική πραγματικότητα. Ξεκινώντας κανείς από τη δικιά του ψυχική πραγματικότητα μπορεί να σχηματίσει αντίληψη της πραγματικότητας του κόσμου. Είναι το περίφημο «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος» του Πρωταγόρα, και μάλιστα θα μπορούσαμε ακόμη να παρατηρήσουμε ότι μετρά μέσω του σώματός του, για παράδειγμα:  παλάμη, πόδι, πήχης.

Η ψυχική πραγματικότητα, βάση της οποίας ο καθένας μπορεί να μετρήσει την πραγματικότητα του κόσμου, θεμελιώνεται σε μία συνένωση αυτών των τριών διαστάσεων, του συμβολικού, του φαντασιακού και του πραγματικού. Σας έδωσα έναν ορισμό του συμβολικού, με ποιόν τρόπο δομείται, σας μίλησα για το φαντασιακό και τη λειτουργία του ως ντύσιμο ή κάλυψη. Μένει να σας πω ότι μπορώ για το πραγματικό.

Καταρχήν ας ξεκαθαρίσουμε μία παρεξήγηση: Το πραγματικό δεν είναι η πραγματικότητα. Το πραγματικό είναι το αδύνατο να ειπωθεί, το αδύνατο να αναπαρασταθεί. Είναι αυτό που αντιστέκεται στην ρηματοποίηση και στην απεικόνιση. Το πραγματικό είναι αυτό που θα παραμείνει για πάντα εκτός της εμβέλειας κάθε γνώσης. Εξού και η λειτουργία του ως κινητήριας δύναμης, διότι το πραγματικό είναι αυτό που μας σπρώχνει να πούμε, να γνωρίσουμε, να γράψουμε. Να τι μπορώ να σας πω για αυτή τη διάσταση του πραγματικού. Δεν σας λέω και πολλά! Το πραγματικό είναι μία διάσταση που δεν μπορούμε να ορίσουμε παρά μόνο με αποφατικό τρόπο: Είναι πραγματικό οτιδήποτε δεν εμπίπτει ούτε στο συμβολικό ούτε στο φαντασιακό.

Αυτό που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, είναι η ανατρεπτική απήχηση της κατασκευής του Λακάν, όταν αποδεικνύει κάτι το οποίο είναι στη πραγματικότητα γνωστό εδώ και καιρό, χωρίς κανείς να έχει εξάγει κάποιο συμπέρασμα, δηλαδή την καθολική σπουδαιότητα μίας τριαδικής κατασκευής, την οποία συναντάμε σε κάποια γραφήματα. Μεταξύ αυτών των γραφημάτων, ο βορρόμειος κόμβος, έμβλημα της οικογένειας των Βορρομέων, αναπαριστά με τον καλύτερο τρόπο αυτή τη τριαδική κατασκευή. Πρόκειται για τρεις δακτυλίους που δένονται μεταξύ τους με ιδιαίτερο τρόπο: κανένας από αυτούς δεν εισχωρεί στον άλλο, δηλαδή δεν είναι δεμένοι ανά δύο παρά διαμέσου ενός τρίτου. Εξαιτίας αυτού αν ο τρίτος δακτύλιος ανοίξει ο κόμβος λύνεται και οι τρείς δακτύλιοι απελευθερώνονται.

Η υπόθεση του Λακάν, θεμελιωμένη στη κλινική των νευρώσεων και των ψυχώσεων, είναι ότι η ψυχική πραγματικότητα δεν κατασκευάζεται παρά μέσα από ένα βορρόμειο δέσιμο των τριών διαστάσεων, του πραγματικού, του συμβολικού και του φαντασιακού. Η Βορρόμεια λογική στηρίζεται στην αναγκαιότητα να διατηρηθούν αρθρωμένες αυτές οι τρείς διαστάσεις, με τη κάθε μία από αυτές να δένει τις άλλες δύο. Μπορούμε για παράδειγμα να πούμε ότι το πραγματικό είναι αυτό που δένει το συμβολικό και το φαντασιακό.

Τώρα, για να επιστρέψουμε στο θέμα που πρότεινα για αυτή τη διάλεξη, το σώμα μεταξύ βιολογικού και κοινωνικού φύλου, σας προτείνω να θεωρήσουμε ότι το κοινωνικό φύλο είναι από τη μεριά του συμβολικού, ότι η εικόνα του σώματος είναι από τη μεριά του φαντασιακού και ότι όλο αυτό πρέπει να εναρμονισθεί με το πραγματικό του φύλου. Ακολουθώντας τη λογική του βορρόμειου δεσίματος θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε:

  • Είτε ότι η εικόνα του σώματος οφείλει να εναρμονίσει το προφανές του πραγματικού του φύλου με τις απαιτήσεις που πηγάζουν από τις ταυτίσεις με τα ιδεώδη, δηλαδή το κοινωνικό φύλο όπως εγγράφεται στο συμβολικό.
  • Είτε ότι το πραγματικό φύλο είναι υποχρεωμένο να ρυθμίσει τη σύγκρουση μεταξύ της εικόνας του σώματος και των ταυτίσεων με τα ιδεώδη, δηλαδή το κοινωνικό φύλο ως συμβολικό.
  • Είτε το κοινωνικό φύλο ως συμβολικό οφείλει να εναρμονίσει την εικόνα που δείχνει το σώμα και το πραγματικό του φύλου που αποκρύπτουμε.

Πιστεύω ότι αυτά τα τρία ενδεχόμενα παραπέμπουν σε τρείς διαφορετικές κλινικές καταστάσεις.

Στις περιπτώσεις του τρανσεξουαλισμού το υποκείμενο θέλει να εντυπώσει στην εικόνα του σώματός του το κοινωνικό φύλο που διάλεξε, ή στο όποιο αισθάνεται ότι ανήκει, παρά το πραγματικό του φύλου του. Αυτό μεταφράζεται σε γενικές γραμμές σε μια μεγάλη δυσφορία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι για μερικούς, η πραγματικότητα είναι τόσο δυσβάσταχτη, μάλλον διότι οι τρεις διαστάσεις είναι δεμένες ανεπαρκώς μεταξύ τους, που θεωρούν ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να ζουν δίχως μία χειρουργική επέμβαση που θα διόρθωνε το πραγματικό του φύλου, ώστε να εναρμονιστεί το συμβολικό με το φαντασιακό. Για πολύ καιρό οι ψυχίατροι που έδιναν γνωμάτευση πριν την επέμβαση, έδιναν αρνητική γνώμη, σκεπτόμενοι ότι μια τέτοια εγχείρηση θα μπορούσε να πυροδοτήσει καταστροφές. Μεσολάβησε μία σειρά από αυτοκτονίες ασθενών στους οποίους είχαν αρνηθεί την εγχείρηση ώστε να αξιολογηθεί αυτή η οδύνη και να συνδεθεί με μία ψυχωτική δομή. Η εγχείρηση μπορεί να αποτελέσει μία αναπλήρωση, δηλαδή έναν τεχνητό τρόπο να ανασυγκροτηθεί ο κόμβος που θα επιτρέψει στο υποκείμενο να κρατηθεί σε μία θέση στο κόσμο.

Η παρενδυσία είναι μία κατάσταση πολύ λιγότερο δραματική. Το υποκείμενο που επιδίδεται στην παρενδυσία – στην πράξη πρόκειται πάντα για έναν άντρα – προσποιείται αυτή τη γυναίκα που δεν μπορεί να έχει, ελπίζοντας να ζήσει δια εξουσιοδοτήσεως, κάτι τις από την απόλαυση του να είσαι γυναίκα. Αλλά πρόκειται για κάποιον που παραμένει πολύ προσδεμένος στη φαλλική απόλαυση. Η γυναικεία απόλαυση δεν τον ενδιαφέρει. Αυτοί που έχω συναντήσει ντύνονταν γυναίκες στα κρυφά. Δεν τους ενδιέφερε καθόλου ένας άντρας να τους περάσει για γυναίκα. Δεν υπήρχε μία έκδηλη ομοφυλοφιλική τάση, αυτό για το οποίο επρόκειτο  ήταν να είναι μία γυναίκα για αυτούς τους ίδιους. Με άλλα λόγια αυτό που επικρατεί στον παρενδυτικό, είναι το φαντασιακό. Δεν τον ενδιαφέρει να αλλάξει ούτε το βιολογικό ούτε το κοινωνικό φύλο. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να αλλάξει την εικόνα.

Άκουγα για αρκετά χρόνια έναν ασθενή, που ήρθε να με συμβουλευτεί, για ένα πρόβλημα σεξουαλικής ανικανότητας, και ο οποίος μου εκμυστηρεύθηκε αρκετά γρήγορα ότι δεν μπορούσε να εμποδίσει τον εαυτό του να ντύνεται γυναίκα. Στο τέλος η γυναίκα του μια μέρα τον έπιασε επ’ αυτοφώρω και τον απείλησε ότι θα τον χωρίσει αν δεν πάει να συμβουλευτεί κάποιον.

Έχει λοιπόν αυτή τη συνήθεια που είναι μία μορφή εξάρτησης: Ντύνεται γυναίκα στα κρυφά και περνάει πολύ χρόνο επισκεπτόμενος ιστοσελίδες όπου κοιτάζει άντρες που κάνουν έρωτα με διεμφυλικούς (τρανσέξουαλ). Αυτό που τον οδηγεί στον οργασμό είναι να βλέπει μία όμορφη γυναίκα προικισμένη με ένα πέος. Αλλά ο ίδιος δεν σκέπτεται καθόλου να αλλάξει φύλο. Δεν αναζητά καθόλου να είναι μία γυναίκα για έναν άντρα.

Μου εκμυστηρεύτηκε τις λεπτομέρειες της απόλαυσής του. Αυτός ο ασθενής δουλεύει τη νύχτα. Στο τέλος της νύχτας, πριν την αυγή, επιστρέφοντας σπίτι του, σταθμεύει το αυτοκίνητό του κάποια χιλιόμετρα μακριά από το εργοστάσιο όπου δουλεύει, σε ένα κακοφωτισμένο σημείο, και τότε ντύνεται γυναίκα, μακιγιάρεται, φοράει μία περούκα και με αυτή την αμφίεση, ξαναπιάνει το τιμόνι, κάνει κάποια χιλιόμετρα στον αυτοκινητόδρομο, ερεθισμένος στην ιδέα να παραπλανήσει τον κόσμο αλλά και αγχωμένος ότι η αστυνομία θα μπορούσε να τον σταματήσει και να αποκαλυφθεί. Τέλος, λίγο πριν φτάσει στο σπίτι του, σταματά εκ νέου, αλλάζει, και επιστρέφει στο σπίτι για να κοιμηθεί.

Στις πρώτες συνεδρίες, μου είπε ότι ο πατέρας του ήταν αλκοολικός και βίαιος με τη μητέρα του, κάτι που οδήγησε γρήγορα σε διαζύγιο. Έμεινε μόνος του με τη μητέρα του. Όμως στη μητέρα άρεσε να τον βάζει να ντύνεται σαν κοριτσάκι. Από τη μεριά του συμβολικού, βλέπει λοιπόν τον εαυτό του ως γυναίκα, για να φτάσει το ιδεώδες μοντέλο που προσδοκούσε η μητέρα. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου θηλυπρεπής. Είναι τριχωτός, φαλακρός, με έντονα χαρακτηριστικά, δηλαδή το πραγματικό του φύλου του και τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου του δεν εναρμονίζονται με το κοινωνικό φύλο που επέλεξε γι αυτόν η μητέρα του. Γι αυτό τον λόγο βρίσκει στήριγμα στο φαντασιακό, δηλαδή στην εικόνα του σώματος για να εναρμονίσει το πραγματικό του σώματός του με το κοινωνικό φύλο που του υπέβαλε η μητέρα του. Το καθαρό προσποιητό που του παρέχει αυτή η μεταμφίεση του αρκεί για να πραγματοποιήσει τον κόμβο μεταξύ πραγματικού, συμβολικού και φαντασιακού. Δεν έχει την ανάγκη να καταφύγει σε μία εγχείρηση στο επίπεδο του πραγματικού. Δεν θέλει να είναι μία γυναίκα, αρκείται στο να προσποιείται ότι είναι μία γυναίκα τη νύχτα, μία γυναίκα που δεν την κοιτά παρά ο ίδιος, σε μία ματιά στο καθρέπτη του αυτοκινήτου του, παρκαρισμένο μακριά από τα φώτα.

Αυτός ο ασθενής παραπονιόταν για αυτή την εξάρτηση για την οποία ντρεπόταν και που τον εμπόδιζε να έχει ικανοποιητικές σεξουαλικές συνευρέσεις με τη γυναίκα του. Μέχρι τη μέρα που πήρα το ρίσκο να τον ρωτήσω, αφού μου είχε δώσει τις λεπτομέρειες της νυχτερινής του συμπεριφοράς, αν θεωρούσε πραγματικά ότι έμοιαζε με μία ποθητή γυναίκα με αυτή την αμφίεση. Παραδέχτηκε αμέσως πως έτσι μεταμφιεσμένος, δεν μπορούσε να περάσει για γυναίκα παρά στα ίδια του τα μάτια, δηλαδή σύμφωνα με τον συμβολικό άξονα που κινητοποιούσε το βλέμμα της μητέρας του. Η παρέμβασή μου με μορφή αμφιβολίας του έστελνε μία άλλη οπτική, που υποβάθμιζε την εικόνα.

Μπόρεσε τότε να αποδεσμευτεί από αυτή τη συνήθεια και να συνειδητοποιήσει, ότι έτσι μεταμφιεσμένος έμοιαζε περισσότερο με ένα κλόουν παρά με οτιδήποτε άλλο. Κατάφερε να βρει μία αρμονική σεξουαλική ζωή με τη γυναίκα του, και έτσι σταμάτησε να με επισκέπτεται θεωρώντας ότι θεραπεύτηκε. Πέρασαν αρκετοί μήνες και κάποια στιγμή μου τηλεφωνεί διότι είχε ξαναρχίσει τις κακές του συνήθειες. Στην πραγματικότητα είχε ανάγκη την παρουσία μου για να διατηρήσει αυτή την αλλαγή προοπτικής που είχε ως αποτέλεσμα η παρέμβασή μου.

Δεν θα αναφερθώ σε όλες τις κλινικές καταστάσεις, και όλες τις υπερβολές που η ιατρική επιστήμη επιτρέπει σήμερα επεμβαίνοντας πάνω στο πραγματικό του φύλου ή πάνω στην εικόνα του σώματος

Αλλά θα έμενε να αναλογιστούμε το τρίτο ενδεχόμενο, την περίπτωση όπου το υποκείμενο θα μπορούσε να στηριχτεί πάνω στο κοινωνικό φύλο για να εναρμονίσει το πραγματικό του φύλου με την εικόνα του σώματος. Θεωρώ ότι πρόκειται για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται πρόσωπα των οποίων το φύλο είναι ατελώς διαφοροποιημένο και που ζητούν να αλλάξουν κοινωνικό φύλο, στο επίπεδο της ταυτότητάς τους για να το εναρμονίσουν με το  πραγματικό τους φύλο και την εμφάνισή τους στο επίπεδο της εικόνας.

Όλο αυτό είναι αρκετά περίπλοκο, αλλά αυτό που θα ήθελα να σας κάνω να παρατηρήσετε παρουσιάζοντάς σας αυτές τις κλινικές καταστάσεις, είναι η σπουδαιότητα αυτών των τριών διαστάσεων και το γεγονός ότι καμία από αυτές δεν έχει μεγαλύτερη σπουδαιότητα από την άλλη, διότι αρκεί μία από αυτές να αποτύχει στο ρόλο της ώστε οι δύο άλλες να αποδεσμευτούν. Δεν υπάρχει λόγος λοιπόν να δώσουμε το προβάδισμα ούτε στην εικόνα του σώματος σκεπτόμενοι ότι μπορούμε να την μορφοποιήσουμε κατά το δοκούν, ούτε στο συμβολικό του κοινωνικού φύλου υπερεκτιμώντας την επίπτωσή του ή αντίθετα, ονειρευόμενοι ότι θα καταργήσουμε την διαφοροποίηση που γεννά, ούτε ακόμη στο πραγματικό φύλο που σας απέδωσε η φύση, και με το οποίο οφείλετε να τα βγάλετε πέρα. Αυτές οι τρεις διαστάσεις είναι ισότιμης σπουδαιότητας και είναι μέσω της συνέργειάς τους που ο καθένας μπορεί να βγάλει άκρη με την κατάρα (malediction) του φύλου.

Αυτός ο όρος της κατάρας του φύλου θα σας ξάφνιασε λίγο. Αρμόζει ωστόσο για διάφορους λόγους. Ο πρώτος, που περνάει πιο απαρατήρητος μάλλον, είναι ότι το γεγονός ότι ένας οργανισμός οφείλει να περάσει από το φύλο – σεξ (sexe) για να αναπαραχθεί συνεπάγεται ότι το σώμα πεθαίνει. Εξ αρχής το φύλο συνδέεται με τον θάνατο.

Αλλά η κατάρα του φύλου μπορεί να εννοηθεί και με έναν άλλο τρόπο, πιο πεζό: Το φύλο περιπλέκει την κοινωνική ζωή, εισάγει διαφορές, ανισότητες, προκαλεί την επιθυμία, άρα ζήλεια, επιθετικότητα, νεύρωση ή το αντίθετό της: διαστροφή. Υπάρχουν λοιπόν περισσότεροι του ενός λόγοι για να αναφερθούμε στην κατάρα του φύλου.

Μπορούμε να δούμε στην εξέλιξη του πολιτισμού μας, ότι τείνουμε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις αυτής της κατάρας του φύλου. Καλοδεχούμενη προσπάθεια, όταν πρόκειται να περιορίσουμε τις ανισότητες μεταξύ αντρών και γυναικών, αλλά που μπορεί να μας κάνει να χαμογελάμε όταν πρόκειται να εφαρμόσουμε με λεπτολογία τους κανόνες μιας απόλυτης ισότητας.

Και όταν μία κάποια ιδεολογία ανακατεύεται στη συζήτηση και πεισμώνει θέλοντας να εξοβελίσει κάθε διαφορά των φύλων, δεν παραλείπει να ξυπνά την αντίθετη ιδεολογία που σπεύδει να συνδράμει το οικογενειακό μοντέλο που θεωρεί ότι απειλείται, τότε οι τόνοι ανεβαίνουν και δεν μένει παρά να κατευνάσουμε τα πνεύματα.

Εντούτοις, είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι αυτά τα ζητήματα που αφορούν στη διαφορά των φύλων ή στην επιλογή του φύλου, είναι ζητήματα που ανακινούμε όταν θέλουμε να υπογραμμίσουμε πολιτικές διαφορές που δεν μπορούμε να αντικειμενοποιήσουμε με άλλο τρόπο. Είναι σίγουρο ότι θα συμβεί, λειτουργεί πάντα. Παρατηρείστε ότι κάθε φορά που θέλουμε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις της κατάρας του φύλου είμαστε σίγουροι ότι θα αναδυθούν διχασμοί ως αντίδραση. Πρόκειται μάλλον για ένα δεδομένο της δομής.

Η γλώσσα είναι δομημένη με τρόπο δυικό, τα σημαίνοντα που έχουμε στη διάθεσή μας για να μιλήσουμε για το φύλο, δηλαδή το κοινωνικό φύλο, δεν ξεφεύγουν από αυτή τη δυαδικότητα, αυτό είναι η κατάρα (malediction). Η ομιλία αντίθετα, που είναι η πράξη δια της οποίας ένα υποκείμενο επιλέγει να αντιπροσωπεύεται από ένα σημαίνον απέναντι σε κάποιο άλλο, απαντά σε μία τριαδική δομή. Αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε, αυτό που κατακυρώνουμε μέσα στην ομιλία, δεν στηρίζεται παρά σε μία τριαδική δομή που σχετίζεται με τη τριάδα που προσπάθησα να σας παρουσιάσω.

 Σε σχέση με αυτό, το να πεις ότι είσαι άντρας ή γυναίκα, για αυτούς που διαθέτουν αυτή την τριαδική δομή, δηλαδή γι αυτούς που εγγράφονται σε ένα λόγο, είναι ένα πράγμα πολύ πιο περίπλοκο από το να διαλέγεις στρατόπεδο.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα που άκουσα πρόσφατα από μια ασθενή μου η οποία μου διηγείτο με μία δόση χιούμορ ένα επεισόδιο της παιδικής της ηλικίας το οποίο σύμφωνα με την ίδια υπήρξε αποφασιστικό για την ομοφυλοφιλική επιλογή της. Ο πατέρας της την πήγε να δει στο σινεμά το «Γαϊδουρόδερμα». «Ήθελε μάλλον να μου δείξει ότι δεν μπορούμε να παντρευτούμε τον πατέρα μας, αλλά εγώ βγαίνοντας από αυτό το έργο δεν είχα παρά μόνο μία ιδέα: Θα παντρευόμουν την Delphine Seyrig»! Αυτό που συνειδητοποιεί τώρα είναι ότι λέγοντας «Θα παντρευόμουν την Delphine Seyrig» έπαιρνε δίχως να το ξέρει τη θέση ενός άντρα, δηλαδή τη θέση του πατέρα της. Η ομοφυλοφιλική της επιλογή θεμελιώθηκε στο γεγονός ότι θέλησε να είναι αυτός που δεν μπορούσε να έχει. Αυτή η λογική που μετέχει της επιλογής του κοινωνικού φύλου θεμελιώνεται πάνω σε μία τριαδική δομή, αυτή που κάνει στον λόγο να αντιπροσωπευόμαστε από ένα σημαίνον απέναντι σε κάποιο άλλο.

Μέχρι στιγμής δεν έχουμε αποδείξει ότι αυτή η δομή αντιπροσώπευσης απαντά στη λογική του βορρόμειου δεσίματος, αλλά δεν αποκλείεται να μπορέσουμε να την εξετάσουμε από αυτή την οπτική γωνία. Όπως και να έχει, ελπίζω να σας έδειξα το ενδιαφέρον που υπάρχει στο να συλλογιζόμαστε βασιζόμενοι στον αριθμό τρία. Το τριαδικό εργαλείο είναι πιο ακριβές, προκειμένου να επεξηγήσουμε τη δυσκολία των σωμάτων να βρουν τα σημεία αναφοράς τους μεταξύ βιολογικού και κοινωνικού φύλου, πιο ακριβές οπωσδήποτε από το δυαδικό, προς το οποίο γλιστράμε για λόγους ευκολίας και το οποίο βρίσκεται στη ρίζα αυτού που φέρνει σε αντίθεση τους οπαδούς του βιολογικού και τους οπαδούς του κοινωνικού φύλου.