Η αναλύουσα ομιλία και οι συνέχειες της

Μαργαρίτα Νικολαΐδου
Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Παρέμβαση στη δραστηριότητα του Πεδίου Σχολής «Τι είναι αναλυόμενος» με τους Ζ. Ζ. Γκορόγκ, Ε. Βέκκου , Μ. Νικολαΐδου

Ο όρος ψυχαναλυόμενος- psychanalysant[1]– εμφανίζεται στο Λακάν το 1967, 3 χρόνια μετά την Ιδρυτική Πράξη της Φροϊδικής Σχολής Παρισιού, όταν γράφει την Πρόταση του Οκτώβρη του 1967 για τον ψυχαναλυτή της Σχολής.  Στην πρόταση αυτή δίνει ως επιστημικό πλαίσιο για μια αναλυτική σχολή αυτό που διακυβεύεται ως προς το πραγματικό μέσα στην διαμόρφωση του ψυχαναλυτή κατά το πέρασμα από τον ψυχαναλυόμενο στον ψυχαναλυτή. Ένα πραγματικό που είναι της τάξεως του μη γνωστού, για το οποίο έχει να επέλθει  μια γνώση. Ταυτόχρονα δίνεται ο μηχανισμός του περάσματος που επιτρέπει την κατάθεση της μαρτυρίας αυτής της εμπειρίας στο πέρας μιας ανάλυσης.

Ενδιαφερόμενοι για το γίγνεσθαι του ψυχαναλυόμενου θα εξετάσουμε αυτό που προηγείται, το πώς κανείς γίνεται αναλυόμενος;

Αυτή η επιστημική πρόοδος, το 1967 από τον Λακάν με τον όρο του ψυχαναλυόμενου,  όρος που θα αντικαταστήσει εκείνο του αναλυμένου[2], θα φέρει μια τομή στον ψυχαναλυτικό κόσμο και θα κρυσταλλοποιήσει τις επεξεργασίες που είχε ήδη ξεκινήσει στο Σεμινάριο XIII Η μεταβίβαση, 1960 -1961 για  την υποκειμενική  ανομοιότητα της αναλυτικής κατάστασης. Ο όρος του ψυχαναλυόμενου θα φέρει μια άλλη προοπτική της σχέσης του υποκειμένου που είναι σε ανάλυση με αυτή την εμπειρία, εμπειρία της ανακάλυψης των ασυνείδητων εκδηλώσεων.

Η εργασία που φέρω προς συζήτηση εδώ μου επέτρεψε να θέσω ορισμένα ερωτήματα  που αφορούν στην πρακτική μας και να σκεφτώ πάνω σ’ αυτά. Εκείνο της αρχής μιας ανάλυσης: τι συμβαίνει και κάποιος εισάγεται στη λειτουργία του αναλυτικού λόγου και γίνεται αναλυόμενος; Να επεξεργαστώ το ερώτημα των προκαταρτικών συνεδριών και την αναγκαιότητα τους.

Ήδη ο Φρόιντ γράφει πάνω στην ψυχαναλυτική τεχνική κείμενα αρκετά νωρίς. Στο κείμενο του 1918, Η εκκίνηση της θεραπείας, προτείνει ένα χρόνο δοκιμής, σύντομο, από μια έως δύο εβδομάδες – που όμως βλέπει καθημερινώς τον αιτούμενο και αρκετή ώρα – χρόνος που θα χρησιμεύσει στο να διαπιστώσει κατά πόσον ο ασθενής, όπως τον ονομάζει, μπορεί να αναλυθεί ή όχι: μέσα από την αφήγησή του, τον λόγο που ζητά κάτι τέτοιο, ποιο είναι το σύμπτωμά του, αυτό που φέρει ως υλικό, την ιστορία του και τα ατυχήματά της. Οι προκαταρτικές συνεδρίες πρέπει να είναι σύντομες. Στη συνέχεια θα ξεκινήσει την αναλυτική θεραπεία προτείνοντας τον ελεύθερο συνειρμό, τον οποίο και δίνει ως τον βασικό κανόνα στον οποίο ο ασθενής οφείλει να « υπακούει».

Ο Λακάν γράφει στην πρόταση του Οκτώβρη 1967, «Στην αρχή είναι η μεταβίβαση».  Η μεταβίβαση υπάρχει στην ψυχανάλυση, ήδη από πριν, στα κείμενα του Φρόιντ όπως και άλλων ψυχαναλυτών και μάλιστα ήδη στο νευρωτικό υποκείμενο προϋπάρχει μια σύμφυση της μεταβίβασης στη γνώση, να θέλει να μάθει, αρκεί όμως ως προϋπόθεση ώστε κανείς να αρχίσει μια ψυχανάλυση;  Όπως αρκεί το ότι κάποιος συναντά έναν αναλυτή; Το γεγονός ότι κάποιος έχει ένα αίτημα να ανακουφισθεί από μια οδύνη, κάποιο σύμπτωμα, ένα πρόβλημα με τον σύντροφο, οικογενειακό το ότι έχει ένα αίτημα να οδηγηθεί μέσα στην ζωή του, μπορούμε να του πούμε, κάντε μια ανάλυση; Ορισμένες φορές συναντά κανείς ένα ψ, ψυχίατρο ή ψυχολόγο ή ακόμη κάποιον σύμβουλο χωρίς να ξέρει ότι μπορεί να υφίσταται αναλυτής.

Ποια είναι η πράξη που θα μετατρέψει το αίτημα του να θεραπευθεί στο να γίνει, να περάσει στη θέση του αναλυόμενου; Πως οδηγείται σε μια άλλη θέση, εκείνη ενός υποκειμένου που συναντά τις επιπτώσεις του ασυνειδήτου του σ’ εαυτό, επιπτώσεις για τις οποίες κάτι επιθυμεί να ανα γνωρίσει περαιτέρω;

Χρειάζεται ένας χρόνος, αρχικός, όπου κάποιες αλλαγές μπορεί να προκύψουν.

Εκείνος που αιτείται, μιλά, μιλά για αυτό που του συμβαίνει και απευθύνει αυτήν την ομιλία σ’ έναν συνομιλητή, ο οποίος, έχοντας ο ίδιος μια αναλυτική εμπειρία, διδακτική, γνωρίζει ότι ο άλλος, είναι ο Άλλος του ασυνειδήτου, τόπος όπου εγγράφονται τα κύρια σημαίνοντα του κάθε υποκειμένου, ότι πέραν από τα λεγόμενα που αυτή η ομιλία φέρει, υπάρχει ασυνείδητο που εργάζεται, έχοντας διαφορετικές και ιδιαίτερες επιπτώσεις στο καθένα, ότι αυτή η ομιλία φέρει μια εκφορά μέσα της που δεν μπορεί ακόμη να ακουσθεί.

Μέσα από αυτό που ο αναλυτής ακούει, τα ερωτήματα που θα θέσει ως προς τι είναι αυτό που τον οδηγεί να θέλει να μιλήσει σε κάποιον, τι είναι αυτό που τον κάνει να υποφέρει,  διαμορφώνεται το πεδίο μιας υποτιθέμενης γνώσης, προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση της μεταβίβασης.

Ήδη το 1958, στην Κατεύθυνση της θεραπείας, ο Λακάν δίνοντας ορισμένες  ενδείξεις ως προς τον τρόπο που ενεργεί ο αναλυτής, στη σχέση του με την μεταβίβαση, λέει ότι η θέση του δεν είναι εκείνου που θα δώσει εξηγήσεις ως προς την  δυσ-τυχία του ασθενούς του, το πάθος του νευρωτικού[3], όπως το ονομάζει. Δεν έχει να δώσει συμβουλές ως προς το πώς θα οδηγηθεί στην ευτυχία γιατί  τότε θα ήταν σαν να κινείτο προς μια επανεκπαίδευση του ασθενούς όπως ένας κύριος, μια ηθική του πράττειν του που δεν θα επέτρεπε να υπάρξει μια ανατροπή ώστε να εμφανισθεί το υποκείμενο του ασυνειδήτου!

Σε κάθε περίπτωση είναι το ζήτημα της πολιτικής διάστασης που τίθεται για μας ως προς τον κοινωνικό δεσμό που διαμορφώνει ο αναλυτικός λόγος μέσα από την δική του ηθική διάσταση. Ο αναλυτής, είναι υπεύθυνος, όπως και ο πολιτικός μέσα στο κοινωνικό για την διακυβέρνηση μιας γνώσης, από τη στιγμή που δεν θα ευνοήσει την έννοια της ευτυχίας στο πνεύμα που την κατευθύνει η σύγχρονη κοινωνία του καταναλωτισμού και των προϊόντων της. Εν αντιθέσει, ο αναλυτής με την πράξη του αποσκοπεί στο να μπορέσει το υποκείμενο να συναντήσει στο ασυνείδητο αυτό το οποίο θέτει όριο στην σχέση του με τον Άλλο, όριο που σημαδεύει την συνάντηση με την απόλαυση του Άλλου, τον τρόπο με τον οποίο πάσχει από το σημαίνον[4].

Ο ελεύθερος συνειρμός

Τι συμβαίνει επομένως ώστε εκείνος που αιτείται να εισάγεται κάποια στιγμή μέσα στην λειτουργία του αναλυτικού λόγου; Αρκεί να σκεφτόμαστε ότι το να προτείνουμε τον βασικό κανόνα του ελεύθερου συνειρμού, να προσκαλέσουμε κάποιον να μιλήσει είναι μια αρχική προϋπόθεση;

Το υποκείμενο, μέσα από τα αιτήματα του, αναζητά να δώσει στον άλλο μια θέση ενός φαντασιακού συντρόφου που θα μπορούσε να καλύψει κάτι από αυτό που του λείπει, έλλειψη που υφίσταται στον καθένα μ’ έναν μοναδικό τρόπο. Μπορεί να είναι μια πρώτη προσέγγιση εκείνου που βρίσκεται απέναντί του, η οποία ορισμένες φορές μπορεί να εξελιχθεί και να γίνει μια δοκιμασία, για εκείνο που συναντά:  ποιος είναι, τον τρόπο που ενεργεί, θέτοντας το ερώτημα που  μπορείς να με οδηγήσεις. Πως μπορώ να βρω κάποια λύση; Ποια είναι η δική του επιθυμία; Ένα είδος δοκιμασίας σε ασυνείδητο επίπεδο, που μας δίνει μια ένδειξη της ενδεχόμενης αναζήτησης μέσα σ’ αυτή τη συνάντηση,  ότι αυτή η θέση θα μπορούσε να γίνει εκείνη ενός συντρόφου που έχει την ευ καιρία να δοθεί απάντηση. [5]

Ο αναλυτής  βάζει σε διερώτηση το υποκείμενο ως προς την διαίρεση του. Συλλέγει εκείνο που είναι αινιγματικό μέσα στην αφήγηση της ιστορίας του, στην έκπληξη που εμφανίζει όταν μιλά για μια παραπραξία η οποία είχε σημαντικές επιπτώσεις για την ζωή του. Ακούει εκείνο που  δεν το αφήνει ήσυχο στο ίδιο του το σώμα, μέσα από την αγωνία, ή ακόμη τα επαναλαμβανόμενα συμπτώματα τα οποία το ακινητοποιούν ως προς την επιθυμία του. Από τη θέση του αντικειμένου στην λειτουργία του αναλυτικού λόγου γίνεται αίτιο της επιθυμίας, μιας επιθυμίας για γνώση για αυτό το υποκείμενο που υποθέτει μια γνώση  σ’ εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Ο προκαταρκτικός χρόνος δεν έχει συγκεκριμένη διάρκεια. Είναι αναγκαίος ώστε το υποκείμενο να μπορέσει μέσα στην λογική του δικού του χρόνου, να αναγνωρίσει κάτι από τις επιπτώσεις των μορφωμάτων του ασυνειδήτου του, την παρουσία τους στα λεγόμενά του.

Το ερώτημα τίθεται: ο ελεύθερος συνειρμός είναι πράγματι τόσο ελεύθερος όπως η λέξη το λέει; Τι είναι το ομιλείν μέσα σε μια ανάλυση;

Η ομιλία επηρεάζει συναισθηματικά το υποκείμενο και όχι μόνο, επηρεάζει το ίδιο του το σώμα, από τη σκέψη, σκεφτόμαστε με τα πόδια μας[6]. Λέμε π.χ σκέψου προς τα πού θέλεις να πας!

Η πρόσκληση «πείτε αυτό που σας έρχεται στο κεφάλι» στοχεύει στην άρση της λογοκρισίας και κριτικής της ίδιας της σκέψης και πράξεων ώστε να επέλθει κάτι μέσω της ομιλίας, μέσα από την ενδεχομενικότητα.  Το υποκείμενο προσκαλείται να εισαχθεί, εκεί όπου «αυτό ομιλεί», εκεί όπου ακόμη το υποκείμενο λείπει, υπάρχει μια γνώση μη – γνωστή. Wo es war soll ich werden Εκεί όπου το αυτό ήταν το εγώ-ich του υποκειμένου οφείλει να επέλθει.

Υπάρχει κάτι τι που απαιτείται ακόμη ώστε να εισαχθεί κανείς στον αναλυτικό λόγο, κάτι αναμένεται ώστε να πάρει μπρος η εργασία, ως προς αυτή την υποτιθέμενη ασυνείδητη γνώση, της οποίας υφίσταται τις επιπτώσεις. Μια στιγμή ταλάντευσης, μέσω μιας διεργασίας, working through, του ασυνειδήτου όπου κάτι συλλαμβάνεται, γίνεται αντιληπτό μέσα από την εκ-πληξη που επιφέρει! Στιγμή που προκαλεί ένα δρασκέλισμα για το υποκείμενο σε μια άλλη θέση, όπου αναλαμβάνει το ίδιο την επεξεργασία του αντικειμένου του αιτήματός του.

Αυτό που ορισμένες στιγμές  οδηγεί ένα υποκείμενο να επανέλθει  στη συνεδρία και να μιλήσει για την επίπτωση που είχε σε εκείνο κάτι, μια λέξη, μια αίσθηση που προκύπτει για κάτι καινούργιο, μια νέα άρθρωση, ένα όνειρο που βλέπει, είναι γιατί ανοίγει κάτι από το ανείπωτο και σκοτεινό που υπήρχε μέχρι εκείνη τη στιγμή, μη εγγεγραμμένο μέσα στην αλυσίδα των ασυνείδητων σημαινόντων του, που όμως καταλαμβάνει την ύπαρξή του αφήνοντας στην άκρη την επιθυμία του ως προς το είναι του. Πρόκειται για εκείνο το μέρος του συμπτώματος που φέρει μέσα τον καθένα, το ιδιαίτερο και μοναχικό του Ένα, της τρύπας του συμβολικού, που μέσα από τον αναλυτικό λόγο μπορεί να έρθει στην επιφάνεια και κάτι να μι λυθεί!

Μια αφύπνιση, μέσα από ένα εύρημα που εμφανίζεται σαν να πέφτει επάνω του, και για το οποίο μας μιλά, όπως εκείνο το υποκείμενο που μετά από έναν ορισμένο χρόνο συναντήσεων, μιλώντας για ένα όνειρο, μια λέξη άσχετη  παίρνει άλλη θέση μέσα από την συνήχηση, ασε τον, ένα λέγειν που γίνεται κομβικό, μέσα από την αμφισημία του, φέροντας το ερώτημα: τι να αφήσει,  ποιόν να αφήσει, τον σύντροφο από τον οποίο έχει χωρίσει, ή κάτι πέραν από αυτό, κάτι που ακριβώς έρχεται να καταστήσει αρνητική την σχέση του με την επιθυμία;

Αναλυτής – αναλυόμενος, ζεύγος που δημιουργείται μέσα στην διάταξη του αναλυτικού λόγου, βρίσκονται σε ασυμμετρία. Εδώ, ο αναλυτής βρίσκεται στη θέση του αντικειμένου, του αντικειμένου α, και ο αναλυόμενος  σ΄εκείνη του υποκειμένου, $. Είναι ως υποκείμενο στην διάταξη του αναλυτικού λόγου, που θα προχωρήσει στην κατασκευή της ασυνείδητης γνώσης στον τόπου του Άλλου, μέσα από την ανάδυση των ασυνείδητων σκέψεων  gedanken και την παραγωγή μιας αναλύουσας  ομιλίας.

Υφάνσεις της ίδιας της ύπαρξής του, όπως υφίστανται εκεί για το κάθε ένα, συγκεκριμένα και πλέκονται γύρω από τις συνδέσεις και μη των κύριων σημαινόντων του ως προς τον άλλο.

Ο αναλυόμενος αντιμέτωπος  με τα αιτήματά του και τα αδιέξοδα του, συναντά την σχέση του με την επιθυμία και την απόλαυση, σε σχέση με το σημείο όπου κάτι χάσκει, επίπτωση της διαίρεσης του. Βιώνει μέσα στην ίδια την εμπειρία και τα ατυχήματα της ζωής, μέσα από αυτό που επανέρχεται, την επανάληψη του «ίδιου», ότι κάτι κάπου σκοντάφτει. Θα μπει σε μια διερώτηση ως προς αυτό που κάνει σύμπτωμα και τον τρόπο απόλαυσης, σ’ αυτό το Ένα της επανάληψης, , σημάδι ανεξίτηλο  του μη συμβολοποιημένου μέσα στο πραγματικό, επιστροφή μιας απόλαυσης ανοίκειας, ταραγμένης από την πρωταρχική συνάντηση του με την lalangue, τηγλώσσα. Το υποκείμενο είναι υποτιθέμενο ακριβώς εκεί στο ανάμεσα, μεταξύ του S1 και του S2,  σ’ αυτό το κάτι τι που δεν εκπροσωπείται, μη αναπαραστήσιμο. Λέξεις, συνηχήσεις και αντηχήσεις που  όταν προκύπτουν ενεργούν μέσα από την καθεαυτό υλικότητά τους, μοναχικών σημαινόντων, ένα, ένα που οι λέξεις δεν μπορούν να συλλάβουν έτσι ώστε να πλέξουν κάποιο νόημα. 

Το αινιγματικό λοιπόν,  μέσω των επιπτώσεων του αναλυτικού λόγου γίνεται  συνάντηση μ’ ένα ψήγμα από το πραγματικό, που δεν παύει να διαιρεί το υποκείμενο και η επιθυμία του αναλυτή μέσα στην μεταβίβαση λειτουργεί προς εκείνη την κατεύθυνση μιας προσμονής και πρόσκλησης, μέσα από την σιωπή ή ακόμη ορισμένη παρουσία κάτι να μπορέσει να εγγραφεί σε σχέση με το αινιγματικό της ύ-παρξης του ώστε να φωτιστεί διαφορετικά.

Η επιθυμία να αναζητήσει, ψάξει τους λόγους ώστε να φωτισθεί κάτι από αυτό που βάζει όριο για εκείνο στην σχέση του με την επιθυμία και απόλαυση του Άλλου, θα τροφοδοτήσει μέσα στην μεταβίβαση την επιθυμία να μπορέσει να πει. Να αντέξει τις επιπτώσεις των ευρημάτων του που ενώ από την μια, κάτι μπορεί να χάνει όπως μια πίστη σ’ένα ιδανικό, του ότι μπορεί να υπάρχει διάφυλη σχέση, με ότι σημαίνει αυτό για τον καθένα στο πλέξιμο της ύπαρξης του με τη ζωή, ταυτόχρονα κάτι κερδίζεται.

Μέσω της αναλύουσας ομιλίας προκύπτουν νέες ακολουθίες, συνδέσεις και αποσυνδέσεις στις σημαίνουσες αλυσίδες. Γίνεται συνδρομητής του ασυνειδήτου εκεί που μέχρι πρότινος αμυνόταν και το ΄βαζε στα πόδια μπροστά σε κάτι το οποίο δεν ήθελε να ξέρει, να δει, που του επέφερε τρόμο και μ’αυτόν τον τρόπο κάτι αναλαμβάνει.

Μέσα από την μεταβίβαση τροφοδοτείται η επιθυμία να γνωρίσει τι είναι αυτό που διαρρέει[7] και το κάνει ομιλόν που πάσχει, κάτι μπορεί  να ερμηνευθεί[8]. Ο αναλυόμενος γίνεται εκείνος που μέσα από την υποτιθέμενη γνώση του ασυνειδήτου που τον παιδεύει, τις διεργασίες και αστοχίες αυτού. Ψάχνει, και ερευνά ως προς αυτό που τον παιδεύει, αναζητώντας να βρει τη θέση του αυτού που ομιλεί και σπρώχνει μέσα στο ασυνείδητο, διαμορφώντας μετατοπίσεις απόλαυσης και επιθυμίας υπογραμμίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ότι κάτι δύναται να εγγραφθεί διαφορετικά ως προς το αδύνατο.

Είναι η  επιθυμία αυτή που μέσα στον χρόνο αναγκαίο και απρόβλεπτο για κάθε ένα επιφέρει επιπτώσεις έναν άλλο τρόπο δια-λέγεσθαι με το εαυτό.


[1] Psychanalysant, είναι ο όρος που έφερε ο Λακάν στην Πρόταση του Οκτώβρη του 1967, η μετατροπή μιας μετοχής σε ουσιαστικό – όνομα [substantif]. Στα ελληνικά υφίσταται πλέον και το αναλύων, εδώ για λόγους κοινής γλώσσας υιοθετούμε το αναλυόμενος.

[2] Analysé, o αναλυμένος ως εκείνος που αναλύεται από έναν αναλυτή.

[3] Ζ. Λακάν, Η κατεύθυνση της θεραπείας, άρθρο ανέκδοτο στα ελληνικά, κεφ. 4, Περί της μεταβίβασης

[4] J. Lacan, Séminaire ΧVI D’un Autre à l’autre, 1968- 1969, κεφ. ΧΙ De la débilité mentale et l’administration du savoir. Σεμινάριο XVI Από έναν Άλλο στον άλλο, 1968-1969, κεφ. XI Για την νοητική καθυστέρηση και την διακυβέρνηση της γνώσης Μη μεταφρασμένο στα ελληνικά

[5] (J. Lacan, Préface à l’édition anglaise su Séminaire XI , in Αutres Ecrits, 1975 σελ. 571 – 573Προοίμιο στην αγγλική έκδοση του Σεμιναρίου ΧΙ)

[6] On pense avec les pieds, in Note Italienne, J. Lacan, 1975 in Autres Ecrits. Σκέφτεται με τα πόδια του, … είναι αυτά στα οποία έχει πρόσβαση το ομιλούν μόλις κινείται… έτσι ώστε να προχωρήσει προς μια κατεύθυνση.

[7] J : Lacan, Eισαγωγή στην γερμανική έκδοση των Γραπτών, dans Scilicet, 1975, n°5, pp. 11-17. Eνας λόγος (discours) αποκτά το νόημα του μέσα απ’ αυτό που διαρρέει (με την έννοια: όπως από το πυθάρι) δηλαδή: από το γεγονός ότι οι επιπτώσεις του είναι αδύνατον να υπολογιστούν. Το αποκορύφωμα του νοήματος, είναι αισθητό ότι είναι το αίνιγμα

[8] Oμ. Μέσω της αποκωδικοποίησης η ακολουθία των σημάτων αποκτά νόημα, Εισαγωγή στην γερμανική έκδοση των Γραπτών.