Άκουσα κάποιον να λέει: «μετά απ’ αυτό, να ξαναμετρηθούμε»

Κουκουμάκη Μαρία

Έργο της εικαστικού Νάντιας Σκιαδά, «υποκειμενικότητα εγκεφάλου», εγκατάσταση με καθρέπτες κ πλεξι γκλας

Θυμάμαι τα θέματα των εκθέσεων που μας έβαζαν στο δημοτικό, είχαν μια συγκεκριμένη σειρά, κάθε χρόνο την ίδια. Πώς πέρασα το καλοκαίρι, Τα πρωτοβρόχια, 28η Οκτωβρίου, Η αποταμίευση… ανάμεσα σε αυτά ήταν κι ένα θέμα για «Το δάσος».

Καλούμασταν να γράψουμε πόσο καλό, χρήσιμο και ωφέλιμο ήταν το δάσος για τον άνθρωπο, να απαριθμήσουμε τα αγαθά που μας προσέφερε, από το οξυγόνο, το χαρτί μέχρι την αναψυχή. Αυτή η «ωφελιμιστική» διάσταση που διατρέχει όλες τις δραστηριότητες του πολιτισμού μας, που γλιστρά ανάμεσα στα επιτεύγματα, τις επιστήμες, τα αγαθά, τους ανθρώπους, βάζει τελικά τη σφραγίδα της: χρήσιμο, ωφέλιμο, υπολογίσιμο. Ο ωφελιμισμός δεν είναι απλά τέκνο μιας φιλοσοφικής σκέψης. Η σημερινή του μορφή βρίσκει το απόγειο της στη γραφειοκρατικά άρτια στημένη εκμετάλλευση των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Εκεί όπου ο άνθρωπος υπήρξε απόλυτα συρρικνωμένος στη χρηστική του διάσταση.

Και τώρα, στο παρόν μας, στις μέρες της πανδημίας του Covid-19 που επιβάλει το ερώτημα: Όταν τα εργαλεία μας σαν κοινωνία είναι σφυριλατημένα απ’ αυτά τα υλικά, τι μπορούμε άραγε να αντιτείνουμε στην άποψη που χωρίς αιδώ διατυπώνεται [1], ότι δηλαδή αφήνουμε να καταστρέφεται η οικονομία του πλανήτη για να σωθεί μια μικρή μειοψηφία η οποία δεν βρίσκεται καν σε παραγωγική ηλικία, δεν προσφέρει τίποτε; Τι κάνουμε με τους ανθρώπους που δεν παράγουν; Τι γίνεται με αυτούς τους περισσευούμενους;

Φυσικά, υπάρχει η απάντηση ότι η ζωή όλων των ανθρώπων μετράει, ότι πρόκειται για τους προγόνους μας… αλλά μοιάζει σαν κάθε απάντηση να βγαίνει από τη βαλίτσα των ιδανικών. Ανθρωπιστικά ιδανικά χωρίς πραγματική υπόσταση, σκιάχτρα, ανίκανα να σταθούν μπροστά στον πραγματισμό, στη σαρωτικά λογική που ξέρει να μετρά και να υπολογίζει.

Κάθε μέρα μετράμε, και καταμετρούμε, Χ ασθενείς, Ψ νεκροί, Υ ΜΕΘ, Ζ συρρίκνωση του ΑΕΠ… νούμερα κατακλύζουν την ενημέρωση μας.

Νούμερα που προκαλούν ενός είδους εγκλωβισμό και βυθίζουν σε μια ηλιθιοποίηση. Πρόκειται για έναν λόγο «γενικευμένου υπολογισμού, ελάχιστα προετοιμασμένου να δεχτεί αυτό που κάνει τρύπα, τραύμα» [2].

Μήπως το ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί αλλιώς; Δηλαδή, μήπως υπάρχει άλλος τρόπος να υπολογίσει κανείς; Να μετρήσει και να μετράει;

Ο Ζακ Λακάν, στο Σεμινάριο ΙΙ Το εγώ στην θεωρία του Φρόιντ, παίρνει την φράση του Binet [3] «έχω 3 αδέλφια, τον Πωλ, τον Ερνστ κι εμένα» [4] για να δείξει πως το παράδοξο αυτής της φράσης αναδεικνύει τη δυσκολία του υποκειμένου να υπολογίσει τον ίδιο του τον εαυτό.

Καταδεικνύει την δυσκολία του υποκειμένου να υπολογίσει τον τόπο μιας αλλότητας σε εκείνο το ίδιο, εντός του, καθώς και να υπολογίσει κάτι από τον ίδιο του τον εαυτό στον άλλον. Η αναγνώριση περνά μέσα από τη δυσκολία να υπολογίσει τον ίδιο του τον εαυτό μεταξύ των άλλων.

Ο τρόπος με τον οποίο κάθε υποκείμενο διατυπώνει την απάντηση του συνδέεται με τη θέση του ως υποκείμενο εκφοράς. Σχετικά με το παράδειγμα της φράσης που αναφέρθηκε, είναι διαφορετικό να πει «έχω δύο αδελφούς, τον Πωλ και τον Ερνστ», από το να πει «είμαστε τρία αδέλφια, ο Πωλ, ο Ερνστ κι εγώ» ή ακόμα «λέω ότι είμαι εγώ και δυο αδέλφια, ο Πωλ κι ο Ερνστ».

Η θέση του υποκειμένου της εκφοράς έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο υπολογίζει, τον εαυτό του. Μάλιστα, ο Ζακ Λακάν χρησιμοποιεί και το ρήμα «se décompter», που ενέχει την διάσταση του εκπίπτω, αφαιρώ καθώς και εξάγω ένα αποτέλεσμα.

Αυτή τη στιγμή που τα νούμερα έχουν το πάνω χέρι, αριθμοί χωρίς νόημα που όμως μοιάζουν ανίκητοι, αφού έχουν εξορίσει κάθε διάσταση υποκειμένου και υπολογίζουν τα πάντα αντικειμενικά, η ψυχανάλυση μας σημειώνει ότι το υποκείμενο έχει την επιλογή να υπολογίσει τα πράγματα διαφορετικά, με τα δικά του μέτρα, με τον δικό του τρόπο, τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο το κάθε υποκείμενο εγγράφεται στη γλώσσα.


[1] Για παράδειγμα ο νομικός και αναλυτής Scott A. McMillan, έγραψε: «Το δομικό πρόβλημα είναι εάν θα αποφασίσουμε να διαλύσουμε ολόκληρη την οικονομία για να σώσουμε το 2,5% του πληθυσμού που, πρώτον, είναι γενικά ακριβό να συντηρηθεί και, δεύτερον, δεν είναι παραγωγικό».

 [2] Colette Soler, L’époque des traumatismes, εκδ. Biblink,Ρώμη, 2005, σελ.96

 [3] Φράση που περιλαμβάνεται στο πρώτο τεστ νοημοσύνης (IQ) που δημιουργήθηκε από τον ψυχολόγο Alfred Binet στις αρχές της δεκαετίας του 1900, όταν η γαλλική κυβέρνηση του ζήτησε να διερευνήσει ποιοί μαθητές ήταν πιθανό να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στο σχολείο.

 [4] J. Lacan, Le séminaire livre II, Le moi dans la théorie de Freud et dans la technique de la psychanalyse, εκδ. Seuil, Παρίσι, 1978, σελ. 74