Η ελίτ που «νίπτει τας χείρας της» και ο ιός του ατομικισμού

Άνα Λόρα Πράτεζ Πατσέκο [1]

Blackbird II του Colin Self, 1970-1

Το 1944, ο φιλόσοφος Ζαν-Πολ Σαρτρ έγραψε ένα θεατρικό με τον τίτλο « Κεκλεισμένων των θυρών ». Πρόκειται για τρία πρόσωπα ― έναν άντρα και δύο γυναίκες, εκ των οποίων η μία είναι ομοφυλόφιλη ―, που έχουν πεθάνει και βρίσκονται έγκλειστοι μέσα σε τέσσερις τοίχους, χωρίς καθρέφτη, στην αιωνιότητα. Καθώς η δράση εκτυλίσσεται, μαθαίνουμε περισσότερα για τη ζωή και τις αμαρτίες του καθενός από τους ήρωες, μέσα από την αντανάκλαση τους στα μάτια του άλλου, ενώ οι διενέξεις, οι αντιπαλότητες, η ζήλεια και η επιθετικότητα κατακτούν τη σκηνή, μέχρι την κορύφωση που έρχεται με τη φράση : « Η κόλαση, είναι οι άλλοι ». Το 1945, στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν γράφει ένα κείμενο για τον χρόνο στα πλαίσια ενός κριτικού διαλόγου με τη φιλοσοφία. Αυτό το κείμενο χτίζεται γύρω από ένα είδος αινίγματος ή πρόκλησης : τρείς φυλακισμένοι (όπως και στο κείμενο του Σαρτρ), αλλά χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα για το φύλο τους ή για κάποιο άλλο χαρακτηριστικό τους. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι είναι φυλακισμένοι και πως ο διευθυντής της φυλακής προσφέρει τη δυνατότητα σε έναν από αυτούς να βγει από τη φυλακή. Παρουσιάζει στους φυλακισμένους 5 δίσκους : 3 λευκούς και 2 μαύρους. Τοποθετεί έναν δίσκο στην πλάτη κάθε φυλακισμένου και λέει : ο πρώτος που θα μαντέψει το χρώμα του δίσκου που φέρει στην ίδια του την πλάτη θα μπορεί να προτείνει τον εαυτό του για να φύγει, με την προϋπόθεση όμως να δώσει μία πειστική εξήγηση για την απάντησή του (αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να δώσει μία τυχαία απάντηση) και έτσι να ελευθερωθεί. Είναι λοιπόν προφανές ότι κάθε φυλακισμένος μπορεί να δει τον δίσκο που έχει τοποθετηθεί στις πλάτες των δύο άλλων, κ.ο.κ. Με αφετηρία αυτό το σημείο μία σειρά από υποθέσεις ξεδιπλώνονται καταλήγοντας στο ότι, αν θέλετε το πιστεύετε,  οι τρεις φυλακισμένοι φεύγουν ταυτόχρονα.

Δεν θα επιμείνω να σας καταδείξω με ποιο τρόπο φτάνουμε σε αυτήν τη λύση. Εσείς που διαβάζετε αυτό το κείμενο, βρίσκεστε πιθανότατα σε καραντίνα και έχετε αρκετό χρόνο στη διάθεσή σας για να λύσετε αυτό το αίνιγμα μόνοι σας. Μπορείτε μάλιστα να κάνετε μία προσομοίωση της κατάστασης για να διευκολύνετε την κατανόηση του γεγονότος ότι η βιασύνη για να βγουν από τη φυλακή, καθώς και η αντίδραση των υπόλοιπων φυλακισμένων είναι κρίσιμοι παράγοντες για να βρεθούν στην έξοδο. Το παιχνίδι αυτό δεν λειτουργεί εντούτοις παρά μόνον με την ύπαρξη μίας απόλυτης αμοιβαιότητας ανάμεσα στους φυλακισμένους καθώς και με την ετυμηγορία ότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος εκτός του συλλογικού για να βγουν από την κόλαση. Ο Λακάν καταλήγει σε αυτό το όμορφο κείμενο του λέγοντας ότι αυτή η μικρή ομάδα των τριών είναι η ελάχιστη δυνατή μορφή συλλογικότητας, και τελικά αυτό το αίνιγμα στοχεύει στο ουσιώδες ερώτημα αυτού που αποκαλούμε ανθρωπότητα : πώς αναγνωρίζουμε αμοιβαία ο ένας τον άλλο ως άνθρωποι, παρά διαμέσου του άλλου; 

Ιδού λοιπόν το παράδοξο που μας φυλακίζει : η κόλαση είναι οι άλλοι, αλλά έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο για να βγούμε από την κόλαση. Βιώνουμε μία ιστορική στιγμή όπου για μία ακόμη φορά αυτή η πραγματικότητα προτείνεται στην ανθρωπότητα με δραματικό τρόπο. Εδώ απ’ όπου σας γράφω, στη Βραζιλία, μοιάζει σχεδόν σαν ένα φτηνό καλαμπούρι : δεν μπορούμε να κρατηθούμε από το χέρι σε μία στιγμή όπου κανείς δεν θα έπρεπε να αφήσει το χέρι κανενός. Ενώ η Κίνα βίωνε μία δραματική κατάσταση εδώ και μήνες, και η Ευρώπη άρχιζε να αντιλαμβάνεται ότι ο COVID-19 δεν ήταν μία απλή γριπούλα, πολυάριθμοι νέοι Βραζιλιάνοι δήλωναν χωρίς καμία φρόνηση ότι επρόκειτο για ασθένεια των γερόντων. Καθώς εξέταζα τις καμπύλες και τα γραφήματα της μεταδοτικότητας αυτής της νέας μορφής κορονοϊού προβληματιζόμουν ακόμη περισσότερο με τις αντιλήψεις που έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι ακόμη και εκείνοι που αποκαλούνται καλλιεργημένοι και καλά πληροφορημένοι, σε σχέση με τον ιό. . Επέμεναν να συζητούν σχετικά με το ζήτημα σαν να επρόκειτο για ένα ερώτημα ατομικής υγείας, ιατρικής άποψης ή υπερβατικών στατιστικών ποσοστών θνησιμότητας . Διατυπώνοντας επιχειρήματα όπως : «υπάρχουν άλλες ασθένειες που σκοτώνουν πολλούς περισσότερους» ή «ο H1N1 είναι πολύ πιο θανατηφόρος» ή ακόμα «πρόκειται κατά πολύ για συλλογική υστερία».

Η αμηχανία μου οφείλονταν σε δύο παράγοντες. Ο πρώτος ήταν η αρχική συλλογιστική πρόταση ότι οι νοσοκομειακές φροντίδες θα ήταν υπερβολικές, διότι αν το υποκείμενο Α προσβάλλονταν από τον ιό, η «γρίπη» δεν θα ήταν τελικά τόσο ισχυρή. Με άλλα λόγια, το υποκείμενο Α δεν είχε ακόμα κατανοήσει ότι δεν επρόκειτο για την μη προσβολή του από τον ιό, αλλά για τη μη-μετάδοσή του σε άλλους. Το υποκείμενο Α όπως δεν σκέφτεται παρά μόνο τον εαυτό του και τους δικούς του, δεν μπορεί να κατανοήσει ότι θα μπορούσε έχοντας ο ίδιος προσβληθεί από τον ιό χωρίς έκδηλα συμπτώματα  ή με ελάχιστα συμπτώματα γρίπης― χάρη στην ηλικία του, την εξαιρετική κατάσταση της υγείας του και την καλή του ιδιωτική ασφάλιση ― αυτός ο ίδιος μπορεί να είναι φορέας μετάδοσης του ιού με γεωμετρική πρόοδο, εξαιτίας της ευκολίας με την οποία αυτός ο ιός μεταδίδεται, προσβάλλοντας πολύ γρήγορα τα άτομα των ευπαθών ομάδων δίχως να έχουμε τον χρόνο και τη δυνατότητα να τους υποδεχτούμε στα νοσοκομεία με τον κατάλληλο τρόπο. Εν συντομία, ο κίνδυνος κατάρρευσης του συστήματος υγείας ήταν υπαρκτός! Και αυτό ήταν γεγονός, τόσο στην Κίνα, όσο και στην Ιταλία, στο Παρίσι, στις ΗΠΑ και στη Βραζιλία. Εντούτοις, στη Βραζιλία, υπάρχουν αρκετοί επιβαρυντικοί παράγοντες, τους οποίους βέβαια το υποκείμενο Α δεν έλαβε υπόψη του. Σε αυτό το σημείο εμπλέκεται ο δεύτερος παράγοντας, που προκαλεί τρόμο. Το υποκείμενο Α προερχόμενο από την βραζιλιάνικη ελίτ, που ταξιδεύει συχνά στην Ευρώπη και που ζει με αυτούς που κάνουν το ίδιο, συνέχισε τη ζωή του και τις δραστηριότητές του κανονικά μετά την επιστροφή του στη χώρα, επιστρέφοντας από περιοχές του πλανήτη όπου η επιδημία ήταν ήδη παρούσα και διαδίδονταν. Τελικά επιπλέον του να είναι νέος και με καλή υγεία, το ύψος της θνητότητας δεν είναι παρά 2 %. Το υποκείμενο Α κυκλοφορώντας μετέδωσε στους τέσσερις ανέμους τα επιχειρήματά του και τους ιούς του, μέσω του σάλιου του, της φρέσκιας ανάσας του και των πρακτικών του «καθαρά χέρια». Σαν το 2 % των θανάτων να μην ήταν τίποτε, αλλά ας το αφήσουμε αυτό χωρίς σχόλια. Το θεμελιώδες σφάλμα εδώ βρίσκεται στο να υποθέσει κανείς ένα απόλυτο ποσοστό μετάδοσης σαν να εξαρτιόταν εγγενώς μόνο από τον ιό και όχι από τα κοινωνικά, υγειονομικά, οικονομικά, πολιτισμικά, πολιτικά κ.ά. χαρακτηριστικά του προσβαλλόμενου πληθυσμού. Όπως πρόκειται για μία νέα ασθένεια, δεν γνωρίζουμε παρά μόνο τα στατιστικά δεδομένα της Κίνας και της Ευρώπης, περιοχές του πλανήτη με χαρακτηριστικά εντελώς διαφορετικά από αυτά της Βραζιλίας.

Ενώ οι ημέρες περνούσαν, και μαζί τους και ο ιός, τα επιχειρήματα των ιθυνόντων μας αποκαλύπτονταν τρομακτικά ακατάλληλα. Έλεγαν ότι τυχόν δραστικά μέτρα απομόνωσης ήταν ακόμα πολύ πρόωρα δεδομένου ότι η επιδημία βρίσκονταν στις απαρχές της. Σαν να είχε η επιδημία, για να το πούμε αλλιώς, μία ίδιαν επιθυμία, σαν να είχε μία εγγενή ταχύτητα εξάπλωσης και σαν το στάδιο της επιδημίας να μην εξαρτιόταν από τη συμπεριφορά των δυνητικών φορέων της. Θα ήταν λίγο-πολύ σαν να κάναμε την προώθηση μίας εστίας από κουνούπια του είδους Aèdes aegypti [κουνούπι τίγρης] κατά τη διάρκεια μία επιδημίας δάγγειου πυρετού αντί να προσπαθούμε να εξαλείψουμε αυτούς τους τόπους αναπαραγωγής. Στη περίπτωση μας, θα είμασταν τα κουνούπια, θα έπρεπε λοιπόν να μείνουμε σπίτι. Λίγο καιρό αργότερα, έφτασαν οι απαντήσεις του υποκειμένου Β : «Και αυτοί που δεν έχουν σπίτι…». Όμως, ακριβώς υποκείμενο Β, όπως εσείς έχετε ένα σπίτι, πρέπει να μείνετε σπίτι και να ενθαρρύνετε την ίδια συμπεριφορά και στους συναδέλφους σας, υπαλλήλους σας και φίλους σας για να μην μολύνετε αυτούς που δεν έχουν σπίτι. Γιατί σε μία χώρα όπως η Βραζιλία, αν εσείς, υποκείμενο Β, δεν θα πεθάνετε, ή αν στην δική σας κοινωνική τάξη η θνητότητα του ιού, σε μία πρώτη προσέγγιση, παραμείνει «μόνο στο 2%», να είστε σίγουρος όμως ότι θα είναι πολύ πιο υψηλή μεταξύ των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και για τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς όπως για παράδειγμα οι πληθυσμοί των ιθαγενών.

Μέρα με την μέρα και με τις επίμονες προειδοποιήσεις των επιδημιολόγων, καθώς και με την επιδείνωση της κατάστασης στην Ευρώπη, αρχίζουμε πολύ αργά να συνειδητοποιούμε κάποια πράγματα, και με πολύ πιο αργούς ρυθμούς απ’ ότι θα ήταν λογικό, γιατί είχαμε την ευκαιρία, θα έλεγα μάλιστα ότι είχαμε την τύχη να προετοιμαστούμε, αλλά δεν κάναμε τίποτε. Αυτό που συνέβη στη συνέχεια, ήταν η αποκάλυψη της άλλης πλευράς του νομίσματος. Περνάμε από την σχεδόν αυτόματα ανεύθυνη και ασυνεπή θέση της ελίτ στην οποία ανήκει το υποκείμενο Α, στην καταναλωτική οργή της μεσαίας τάξης του υποκειμένου Β που μάχεται για το δικαίωμά του στο αντισηπτικό ζελ και στο χαρτί τουαλέτας. Θυμάμαι ακόμα την ημέρα, ήταν το 2006, όπου είχα μείνει μαζί με τα μικρά παιδιά μου 4 ώρες μέσα στο αυτοκίνητο, σε ένα τεράστιο μποτιλιάρισμα στο Σάο Πάολο, εξαιτίας μίας τρομοκρατικής απειλής του PCC (Premier commando de la capitale [2] ). Οι οδηγοί οδηγούσαν πάνω στα πεζοδρόμια, δεν υπάκουαν στους φωτεινούς σηματοδότες, περνούσαν στην κυριολεξία ο ένας πάνω από τον άλλο. Σήμερα, νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο να αναρωτηθεί κανείς « γιατί χαρτί τουαλέτας; » Ζητώ εξάλλου από τους συναδέλφους ψυχαναλυτές να επιχειρήσουν μία κάποια ανάπτυξη της σχέσης που μπορεί να έχει η μικροπρεπής κακεντρέχεια με το πρωκτικό στάδιο, όπως το είχε ήδη πρώτος υπογραμμίσει ο Φρόιντ. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο κορονοϊός έφτασε στη Βραζιλία με το αεροπλάνο δεν είναι μία απλή λεπτομέρεια, αλλά μία μακάβρια μεταφορά της λογικής της εξολόθρευσης, αυτής της λογικής που οδηγεί τις ελίτ μας σαν να υπήρχαν δύο τύποι ανθρώπινων όντων ― ας επιστρέψουμε στον Λακάν ― αυτοί που υπηρετούν και αυτοί που έχουν την επικαρπία. Δεν νομίζω πως υπάρχει πιο εμβληματικό παράδειγμα από εκείνη την υπηρέτρια που απεβίωσε υπηρετώντας τα αφεντικά της που είχαν προσβληθεί από τον κορονοϊό τον οποίο της τον είχαν μεταδώσει.

Μέσα στην καταναλωτική και ατομικιστική κοινωνία στην οποία βρισκόμαστε, ζούμε σαν όλα να έφταναν σε εμάς με ένα μαγικό ραβδάκι. Το υποκείμενο Β απολαμβάνει λοιπόν το χάμπουργκέρ του στα Μακ Ντόναλτς – εδώ δεν συζητούμε την αισθητική του – σαν να μην προέρχονταν αυτό το χάμπουργκερ από μία αλυσίδα παραγωγής που εμπλέκει την αποψίλωση των δασών, το βασανισμό των ζώων, την εκμετάλλευση των εργαζομένων, τη βιομηχανία των υπερ-επεξεργασμένων προϊόντων, τα δηλητήρια κτλ. Το υποκείμενο Α πλησιάζει την αυτόματη πόρτα του γκαράζ του – «Σουσάμι, άνοιξε !» – και βγαίνει στον δρόμο με το κλιματιστικό ευχάριστα ρυθμισμένο. Δεν γνωρίζουμε που ζουν οι θυρωροί των κτιρίων μας, ούτε πώς ζουν. Επίσης δεν γνωρίζουμε ή δεν θέλουμε να γνωρίζουμε πώς εξαφανίζονται τα σκουπίδια μας από τους κάδους. Ούτε και γνωρίζουμε με ποια ΜΜΜ και υπό ποιες συνθήκες το υπηρετικό μας προσωπικό φτάνει μέχρι το σπίτι μας. Αλλά, τώρα, ο ιός έφτασε, και οι «Aèdes» [τα «κουνούπια τίγρης»] Α και Β έπραξαν με τον κατάλληλο τρόπο για να προσβάλλει το υποκείμενο Γ το οποίο σε αντίθεση με αυτά που είπε ένας υπουργός μας δεν είχε περάσει τις διακοπές του στο Μαϊάμι ή στην Ευρώπη. Δεν ξέρουμε ακόμα πώς θα αντιδράσει, σίγουρα όμως δεν θα πει ότι πρόκειται απλώς για μία γριπούλα και ούτε θα μπορέσει να αποθηκεύσει υδροαλκοολικό ζελ ή χαρτί τουαλέτας. Όμως γνωρίζουμε τις συνέπειες με όρους δημόσιας υγείας, ανεφοδιασμού, οικονομίας, εκπαίδευσης, κοινωνικού δεσμού. Λυπάμαι που θα σας το πληροφορήσω υποκείμενο Α, υποκείμενο Β, αλλά αυτήν τη φορά δεν θα μπορέσετε να διαφύγετε στο Μαϊάμι ή στην Λισαβόνα, γιατί αυτήν τη φορά ο ιός είναι παντού και οι πτήσεις έχουν ακυρωθεί!

Ο COVID-19 κατέδειξε την απόλυτη χρεωκοπία ενός τρόπου ζωής που δεν μπορεί να διαιωνίζεται παρά μόνο μέσα από αυτήν την νέα μορφή σκλαβιάς των υπηρετών του θεού της αγοράς, δίχως δικαιώματα, δίχως δημόσια υγεία, δίχως κράτος, δίχως κοινωνική ευημερία, και όλα αυτά με μία επιτάχυνση που δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά αφήνοντας σαν κατάλοιπα τον κοινωνικό αποκλεισμό, τα βιομηχανικά απόβλητα και των θάνατο πολλών ατόμων. Περιμέναμε εδώ και πολύ καιρό μία φυσική καταστροφή. Έφτασε. Υπάρχει μία τομή, ένα πριν και ένα μετά από αυτόν τον Λοιμό. Δεν θα είμαστε πια οι ίδιοι όταν τα θαυματουργά εμβόλια και φάρμακα θα ελεγχθούν τελικά από την επιστήμη και θα μπουν στο εμπόριο από τις φαρμακευτικές εταιρίες. Είναι στο χέρι μας να οικοδομήσουμε ένα πιο αξιοπρεπές μέλλον για τα παιδιά μας, όπου ο Α, ο Β και ο Γ θα μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους ως ανθρώπινα όντα, και να συνειδητοποιήσουν ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από τη συλλογικότητα. Περιμένοντας, δεν έχουμε πια καιρό να «νίπτουμε τας χείρας μας». Εκτός κι αν κατά το πλύσιμό τους «το ένα χέρι νίβει τ’ άλλο»!

Μετάφραση : Νίκος Ζορμπάς


[1] Η Άνα Λόρα ΠΡΑΤΕΖ ΠΑΤΣΕΚΟ είναι Βραζιλιάνα ψυχαναλύτρια της Διεθνούς των Φόρουμ Ψυχανάλυσης του Λακανικού Πεδίου και μέλος του Διεθνούς Κολλεγίου Εγγύησης της Σχολής και του Κολλεγίου Κινητοποίησης και Προσανατολισμού της Σχολής για την περίοδο 2018-2020.

[2] To PCC είναι μία βραζιλιάνικη εγκληματική οργάνωση, εξαιρετικά ισχυρή στο χώρο των φυλακών.