Mikel Plazaola
3ο πρελούδιο του 13ου Διεθνούς Ραντεβού της ΔΦ-ΣΨΦΛΠ
Ο τίτλος καλεί σε μια σύγκριση μεταξύ της ιδίας ηθικής της ψυχανάλυσης και των άλλων ηθικών· και, πέρα από τους λόγους μέσα στους οποίους αυτές εντάσσονται, μπορούμε να προσεγγίσουμε τη σύγκριση από την πλευρά της ηθικής των άλλων πρακτικών του «ψι» πεδίου.
Ένας απλός ορισμός της ηθικής του αναλυτικού λόγου: «Η ηθική της ψυχανάλυσης είναι η πράξη της θεωρίας της»1, όπως διατυπώνεται από τον Λακάν σε μια καθοριστική στιγμή: να κατασκευαστεί στην πράξη μια δομή θεμελιωμένη στις θεωρητικές αρχές του Ψυχαναλυτικού Λόγου.
Πρόκειται για μια φαινομενικά απλή πρόταση, αλλά με βάθος, η οποία τοποθετεί την πράξη, τη θεωρία και την αναλυτική ηθική —καθώς και την κατάρτιση των επαγγελματιών της και τους τρόπους συσχέτισής τους— στον αντίποδα του κυρίαρχου λόγου. Είναι ένα πράττειν που παραφωνεί μέσα στη συμφωνία των σύγχρονων λόγων.
Η παραφωνία αποτελεί γνώρισμα της λακανικής ψυχανάλυσης. Μια ασυμφωνία όχι αυθαίρετη, αλλά θεμελιωμένη σε μια ηθική.
Μια ηθική, οριζόμενη ως «πράξη της θεωρίας», μπορεί να θεωρηθεί ως ο άξονας-μεντεσές που αρθρώνει δύο επιφάνειες: τη θεωρία και την πράξη, καθεμία από τις οποίες είναι ήδη ασύμφωνη με τη γενική μελωδία.
Ένα μικρό παράδειγμα ως προς αυτό που στηρίζει την πρακτική: ένα εργαλείο και «ενεργή αρχή», αναγνωρισμένη ή όχι, κάθε πρακτικής (όχι μόνο των ψυχικών), που αφορά το ανθρώπινο, είναι η υποβολή. Σχεδόν πάντοτε υπό τον μανδύα του επιστημονισμού σε πολλές θεραπευτικές πρακτικές, καθώς και σε άλλες, που «εγγυώνται» την επίτευξη των σύγχρονων ιδανικών.Στην αγορά των gadgets, η υποβολή επιτελεί καλά το έργο της.
Το εκτεταμένο πλέγμα των ανθρώπινων και τεχνολογικών δομών λόγου, καθώς και η διαφήμιση —σήμερα και μέσω των κοινωνικών δικτύων— αναλαμβάνουν να αγαλματοποιούν αγαθά και δραστηριότητες, περισσότερο ή λιγότερο χρήσιμα, που στοχεύουν στην πλήρωση της ανάγκης ή της επιθυμίας, σε μια αξιοζήλευτη πληρότητα. Αυτό είναι το ιδανικό, ο στόχος: μια υποτιθέμενη κατάσταση ευεξίας, προσωπικής ή των «δικών μας», ενίοτε με κάθε τίμημα.
Αυτό αποτελεί τη δέσμευση της πλειονότητας των ψυχολογικών θεραπειών και, ασφαλώς, συνεπάγεται και τη δική τους ηθική. Γι’ αυτό δεν είναι άτοπο να αναρωτηθούμε: επιτυγχάνεται αυτός ο σκοπός; Και ακόμη περισσότερο: με ποιο τίμημα; ή εις βάρος ποιου;
Ένας γνωστός πρόεδρος, υποτιθέμενα παντοδύναμος, με φιλοδοξίες για Νόμπελ και κάτοχος του μισού κόσμου, δήλωσε πρόσφατα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσής του: «Αφού έχεις τα πάντα, ένα “resort” δεν βλάπτει», αναφερόμενος σε μια θλιβερά γνωστή περιοχή της μεσογειακής γεωγραφίας, με τίμημα την εξόντωση των κατοίκων της.
Πρόκειται για έναν λόγο που διαδίδεται και μολύνει το ατομικό και συλλογικό πεδίο, σε όλες του τις διαστάσεις.
Ωστόσο, ενέχει και το παράδοξό του: στο μέτρο που παράγει την ψευδαίσθηση της ικανοποίησης αυτού που λείπει και προτείνει την πλήρωση της ανάγκης, απαντώντας στη ζήτηση και ωθώντας/απαιτώντας μια βιο-ψυχο-κοινωνική ευεξία (στόχοι ρητά διατυπωμένοι σε ορισμένες θεραπείες), πρόκειται για μια ψευδαίσθηση που, από την αναλυτική εμπειρία, γνωρίζουμε ότι εξασφαλίζει τη δυσαρέσκεια και μια εκτροπή του είναι μέσα στην ίδια του την ύπαρξη.
Στον αντίποδα, ένας λόγος που στοχεύει στην αντιπαράθεση και στην ανάληψη των ίδιων των ορίων, στην αποκάλυψη μιας δομικής έλλειψης, στην «απο-ψευδαίσθηση» εκείνης της πίστης που στήριξε την ύπαρξη εκείνου που ξεκίνησε με ένα αίτημα ανακούφισης, στον προσανατολισμό προς την ανάληψη της μοναδικότητάς του με τίμημα μια ριζική μοναξιά, στη γνώση αυτού που κανείς δεν θέλει να γνωρίζει — είναι πλήρως ασύμφωνος με τη συμφωνία των σύγχρονων ιδανικών και με την αγορά.
Παραδόξως, αυτό οδηγεί σε μια συνάντηση με μια μορφή ικανοποίησης, συνθέτοντας μια παρτιτούρα που δεν στοχεύει στην άρση της δυσφορίας, αλλά ακριβώς στο να μην αποφεύγεται εκείνο που ούτε το άτομο ούτε η ανθρωπότητα θέλουν να γνωρίζουν.
Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που αναδύεται μέσα από μια διαδρομή σε μια πρακτική «χωρίς αξία» (Πρελούδιο 2, Sara Rodowicz), στηριγμένη σε μια θεωρία, μέσα σε μια ηθική της οποίας η αξία της ανάγεται σε σιωπή (Πρελούδιο 1, Sandra Berta) — αξίες ελάχιστα εμπορεύσιμες.
Και για να λειτουργήσει ως μεντεσές με την πράξη:
Η ψυχανάλυση, ήδη με τον Φρόυντ, οφείλει κάτι στην υποβολή· ωστόσο, αυτός την εγκατέλειψε σύντομα, για να φτάσουμε με τον Λακάν σε μια σχεδόν πλήρη αχρηστία της — σχεδόν ως εγγύηση απέναντί της. Η εγγύηση έναντι της υποβολής απορρέει από μια ανάλυση που έχει φτάσει στο τέλος της2, σημείο στο οποίο αυτή καθίσταται άχρηστη.
Τέλος μιας παρτίδας που αρχίζει τη στιγμή που, χάρη στον αναλυόμενο, εγκαθίσταται η μεταβίβαση.3
Αρχίζει το παιχνίδι, και ο αναλυτής —στον οποίο ο αναλυόμενος υποθέτει γνώση— οφείλει να γνωρίζει πώς να αγνοεί αυτό που γνωρίζει4 και να ενεργεί χωρίς εκ των προτέρων υπολογισμό. Ένας σιωπηλός λειτουργός, σε αναμονή, χωρίς κρίση, χωρίς προσδοκία, χωρίς θεραπευτικούς στόχους, που μονάχα ή κυρίως ακούει· που δεν είναι παρών ως είναι, αλλά ως κενός τόπος προς πλήρωση από αυτό που προκαλεί την επιθυμία του αναλυόμενου, όποιο κι αν είναι αυτό. Βρίσκεται στον αντίποδα κάθε στόχου ή προϊόντος κατανάλωσης της σύγχρονης αγοράς.
Κι όμως, λειτουργεί. Και λειτουργεί χάρη σε ένα savoir faire με αυτή τη γνώση που του αποδίδεται, και χάρη στην πράξη μιας θεωρίας. Μια γνώση που αποδίδεται από εκείνον που ζητά ανακούφιση: μια υποτιθέμενη γνώση για τη δυσφορία του, το είναι του και το πεπρωμένο του. Αυτό σημαίνει ότι τίθεται μια τεράστια ισχύς και ένα εξίσου μεγάλο αίτημα στα χέρια εκείνου που κατέχει τη θέση του αναλυτή.
Άγνοια, αβεβαιότητα, αναμονή, υπομονή, μοναξιά της κρίσης — αλλά ταυτόχρονα μια σημαντική ισχύς, ως αποδέκτης της ζήτησης του αναλυόμενου.
Το να διατηρηθεί κανείς σε αυτή την πράξη της θεωρίας, χωρίς να πέσει στη χρήση ή κατάχρηση της αποδοθείσας ισχύος, χωρίς να ενδώσει στον ναρκισσιστικό πειρασμό ή στη φιλανθρωπία και τον αλτρουισμό, είναι αυτό που απαιτεί μια ηθική — μια πολύ ιδιαίτερη ηθική — που προσανατολίζει την επιθυμία του αναλυτή και στηρίζει την αναλυτική πράξη, μέσω της οποίας ένας αναλυόμενος θα περάσει, ενδεχομένως, στη θέση του αναλυτή που ο ίδιος αποκαθήλωσε, αναλαμβάνοντας να είναι απόρριμμα.
Θα ήταν αυτό δυνατό χωρίς μια ηθική που να προσανατολίζει την επιθυμία, που να στηρίζει την πράξη, μια ηθική που να αρθρώνει θεωρία και πράξη;
Μετάφραση στα ελληνικά: Μαντελίν Ρουίς
Επιμέλεια με μια δεύτερη ανάγνωση: Φανή Δημούλα
Επιμέλεια υποσημειώσεων: Πόπη Κουκουλάκη
- Λακάν, Ζ. (1964). Ιδρυτική πράξη. Διαθέσιμο στο https://champlacanien.gr/ekdoseis/metafraseis-freud-lacan/idritiki-praxi/ σελ. 10 ↩︎
- Lacan, J. (1973) Λακάν, Ζ. (1973). Τηλεόραση 9 & 16 Μαρτίου 1974. Άλλα γραπτά (το έργο δεν έχει μεταφραστεί στο σύνολό του στα ελληνικά) [Télévision, Autres écrits (σελ. 509-545). Παρίσι, εκδόσεις Editions du Seuil (Απρίλιος 2001), σελ. 510]. [Σ.τ.Μ.] Διαθέσιμο στο Lacan, J. (1973) https://champlacanien.gr/ekdoseis/metafraseis-freud-lacan/television/
Η παράγραφος στην οποία αναφέρεται ο Μίκελ Πλαθαόλα είναι η εξής: Le croira-t-on? Il y a un cas où la suggestion ne peut rien; celui où l’analyste tient son défaut de l’autre, de celui qui l’a mené jusqu’à la “passe” comme je dis, celle de se poser en analyste. Στα ισπανικά: ¿Se podrá creer? Hay un caso en que la sugestión no puede nada: aquel en que el analista recibe su falla del otro, de quien lo condujo hasta «el pase» como digo yo, el de ponerse en analista (μετάφραση των Masotta και Gimeno-Grendi). Στα ελληνικά: Μπορεί να το πιστέψει κανείς; Υπάρχει μια περίπτωση στην οποία η υποβολή δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Πρόκειται για την περίπτωση εκείνη στην οποία ο αναλυτής κρατά το έλλειμμά του από εκείνον που τον οδήγησε μέχρι το «πέρασμα» όπως το λέω εγώ, [το πέρασμα] εκείνο τού να τοποθετηθεί ως αναλυτής. ↩︎ - Λακάν, Ζ. (1967). Πρόταση της 9ης Οκτωβρίου του 1967 για τον ψυχαναλυτή της Σχολής, Άλλα γραπτά (το έργο δεν έχει μεταφραστεί στο σύνολό του στα ελληνικά) [Proposition du 9 octobre 1967 sur le psychanalyste de l’École, Autres écrits (σελ. 243-259). Παρίσι, εκδόσεις Editions du Seuil (Απρίλιος 2001), σελ. 247]. ↩︎
- Λακάν, Ζ. (1966). Παραλλαγές της τυπικής θεραπείας, Γραπτά (το έργο δεν έχει μεταφραστεί στο σύνολό του στα ελληνικά) [Variantes de la cure type, Écrits (σελ. 323-362). Παρίσι, εκδόσεις Editions du Seuil (1966), σελ. 349]. [Σ.τ.Μ] Η παράγραφος στην οποία αναφέρεται ο Μικέλ Πλασαόλα έχει ως τίτλο: Ce que le psychanalyste doit savoir: ignorer ce qu’il sait. Στα ισπανικά: Lo que le psicoanalista debe saber: ignorar lo que sabe. Στα ελληνικά: Τι οφείλει να γνωρίζει ο ψυχαναλυτής: να αγνοεί ό,τι γνωρίζει. ↩︎

